Ο μύθος της Χάριλας : η πτώση εκ της θείας εξομοιώσεως, ήτοι εκ των 4ων τριάδων Αρετών


Κατά πως λέγει ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς :

«Κάποτε έπεσε ξηρασία στους Δελφούς και ακολούθησε λιμός. Οι Δελφιείς ήξεραν ότι δεν θα επιζούσαν με τα τρόφιμα που είχαν απομείνει. Αποφάσισαν να παρουσιαστούν όλοι, μα τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο βασιλιά, ως ικέτες. Ο Βασιλιάς εμφανίστηκε και τους κοίταξε. Ο Βασιλιάς έπαιρνε κριθάρι και όσπρια και τα μοίραζε στους κατοίκους. Άρχισε από τους γνωστούς τους. Καθώς πλησίαζαν οι φτωχότεροι, οι υπηρέτες βύθιζαν όλο και λιγότερο τα χέρια του στα καλάθια και έδιναν μικρότερες μερίδες. Κάποτε τα καλάθια άδειασαν, αλλά μπροστά στον βασιλιά στεκόταν αρκετοί φτωχοί, ανάμεσά τους μια μικρή παιδούλα, η Χάριλα, μια ορφανή από γονείς και απροστάτευτη, προχώρησε προς το μέρος του βασιλιά για να ζητήσει τροφή. Ο Βασιλιάς, βλοσυρά έβγαλε το σανδάλι του την ράπισε και το πέταξε στο πρόσωπο της. Η ορφανή μπήκε στο πλήθος και έφυγε. Βγήκε από την πόλη και κατευθύνθηκε στις πλαγιές των Φαιδριάδων, έφτασε σε ένα ξέφωτο και λύνοντας την ζώνη της έφτιαξε θηλιά γύρω από το λαιμό της, κοντά σε ένα μεγάλο δέντρο. Μετά κρεμάστηκε από ένα κλαδί του. Στους Δελφούς ο λιμός εξακολουθούσε να μένετε. Παρουσιάστηκαν και ασθένειες. Ο βασιλιάς πήγε στην Πυθία : “Εξευμενίστε/εξιλεώστε την Χάριλα, την παρθένα αυτοθάνατον” του είπε. Μόλις έμαθε ότι το όνομα αυτό άνηκε στην μικρή που ράπισε, επιτέλεσε θυσία μετά καθαρμού και έδωσε τροφή σε όλους, ξένους και πολίτες, μαζί με ένα είδωλο της παιδούλας, όταν δε πήραν όλοι από ένα ο βασιλιάς ράπισε το είδωλο και η αρχηγός των Θυιάδων κρέμασε με σχοινί το ειδώλιο από γκρεμό φαραγγιού και έθαψαν την μικρή παιδούλα εκεί που την βρήκαν.»[1]

Η μικρή Χάριλα ήταν ικέτης για την ζωή της και ο βασιλιάς διέπραξε ύβρις απέναντι στον «Ζεύς φίκτωρ»[2].

Ο λόγος – κατά πως λέγει ο Ησίοδος – είναι ότι :

«Όσοι έχουν στον νου τους την κακή ύβρης και τα κακουργήματα, προς δίκη τεκμαίρετε ο ευρύοπας Κρονίδης Ζεύς. Πολλές φορές ολόκληρη πόλη έπαθε από τον κακό άνθρωπο που μηχανεύεται ανόσιες πράξεις. Σε τούτους ουράνοθεν ο Κρονίδης δίνει μεγάλη συμφορά, λιμό μαζί με λοιμό. Πεθαίνουν οι λαοί, ουδέ τίκτουν οι γυναίκες και γκρεμίζονται οι οίκοι, σύμφωνα με τη σοφή θέληση του Ολύμπιου Ζηνός. Άλλοτε πάλι ο Κρονίδης ή τους καταστρέφει μεγάλο στρατό ή τους τιμωρεί στο κάστρο τους ή στα καράβια τους στην θάλασσα.»[3]

Καθώς επίσης κατά πως λέγει ο Ησίοδος :

«Και τα χρήματα δεν πρέπει να τα αρπάζουμε. Το βέλτιστο είναι να είναι θεόσδοτα. Γιατί και αν κανείς μαζέψει με την υλική βία μεγάλο πλούτο, ή αν τον κλέψει με απάτη, όπως συμβαίνει πολλές φορές, όταν πια το κέρδος ξεπλανέψει το νου των ανθρώπων και η αναίδεια νικήσει την αιδώ, γρήγορα οι Θεοί τον αφανίζουν και γκρεμίζουν τον οίκο αυτού του ανθρώπου, και ο πλούτος λίγο καιρό τον συντροφεύει. Τα ίδια παθαίνει και όποιος κάνει κακό σε ικέτη και ξένο, και όποιος ανέβει στο κρεβάτι του αδελφού του για συνουσιαστεί με την γυναίκα του, κάνοντας ανάξια πράγματα, και όποιος με τις αμυαλιές του ζημιώνει κάποιου τα ορφανά τέκνα, και όποιος στον γέροντα γονιό του, που βρίσκεται στα άχαρο κατώφλι των γερατειών, σηκώνει αμάχη πληγώνοντας τον με βαριά λόγια. Εναντίον τούτου, αλήθεια, ο ίδιος ο Ζευς αγανακτεί και τέλος στις άδικες αυτές πράξεις δίνει σκληρή αμοιβή.»[4]

Και αυτό κατά την έννοια ότι :  όταν υπάρχει ένας πονηρός, η πόλη πολλές φορές εξομοιώνεται με αυτόν τον ένα & κολλάει την πονηριά σαν νόσημα & μολύνεται ολόκληρη από αυτήν. Αλλά και όταν υπάρχει ένας πονηρός, τιμωρείται ολόκληρη η πόλη επειδή δεν τιμώρησε την πονηριά του ενός, μολονότι μπορούσε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν ο Αγαμέμνων συμπεριφέρθηκε με αυθάδεια στον ιερέα Χρύση, ο λοιμός απλώθηκε σε όλους τους Έλληνες, επειδή παρέλειψαν να υπερασπιστούν τον ιερέα. Και όταν ασέβησε ο Αίαντας στο ιερό της Αθηνάς, όλοι έγιναν συνένοχοι, επειδή δεν αγανάχτησαν με την ασέβεια. Γιατί δεν πρέπει να αφήνουμε τους ασεβείς ούτε να συγκατανεύουμε στους αδίκους παραλείποντας να σταματήσουμε την δύναμη των κακών, ενώ μπορούμε να τη σταματήσουμε.[5]

Ενώ με τους επόμενους 8 στίχους που παραθέτουμε ο Ησίοδος αναφέρεται σε αμαρτήματα τα οποία συνίστανται σε πράξεις προερχόμενες από μια ανόσια ζωή :

αυτά τα αμαρτήματα είναι η περιφρόνηση του ικέτη, το κακουργείν στους ξένους, το διαφθείρειν την του αδελφού γυναίκα, το αμαρτάνειν περί τα ορφανά, το υβρίζειν τους γέροντες γονείς. Γιατί με καθετί παρόμοιο, λέει, ο Ζεύς, “αγαναχτεί”, δηλαδή τα μέμφεται & επιφέρει την τιμωρία. Μνημόνευσε, μάλιστα, ιδιαιτέρως τον Ζευς, επειδή σε αυτόν απέδιδαν όλες τις παρόμοιες προσωνυμίες, αποκαλώντας εκείνον Ικέσιο ως έφορο των ικετών και Ξένιο ως προστάτη των ξένων, Ομόγνοιο[6] ως τον φύλακα των συγγενών και των προς των ομόγνοιους καθηκόντων. Έτσι τον έλεγαν και Κηδεμόνα όσων ζούσαν στην ορφάνια, θεωρώντας εκείνον πατέρα όλων, ακόμα και όσων δεν είχαν ποια ανθρώπινους πατέρες, και βοηθό των αδικημένων εκ των παιδιών τους. Γιατί οι πατέρες είναι αγάλματα του Διός, του Πατέρα των όλων. Και ασεβείς προς τα ομοιώματά των Θεών δίνουν  την ασέβειά τους προς τους ίδιους τους Θεούς στους οποίους ανήκουν τα αγάλματα. Επομένως, δικαιολογημένα είπε ο Ησίοδος ότι ο Ζεύς αγαναχτεί με αυτούς και ότι αποδίδει βαριά τιμωρία σε όλους μαζί για τις άδικες πράξεις τις οποίες απαρίθμησε.[7]

Μάλιστα ο Δαβίδ στους Ψαλμούς λέγει :

Ψαλ. 146:8 – 146:9 ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τοὺς δικαίους· ὁ Κύριος διαφυλάττει τοὺς ξένους· ὑπερασπίζεται τὸν ὀρφανὸν καὶ τὴν χήραν, τὴν δὲ ὁδὸν τῶν ἁμαρτωλῶν καταστρέφει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ασέβεια απέναντι σε ξένο, ομόγνοιο και ικέτη προκαλεί την μήνις των Θεών. Όντας ασέβεια απέναντι στον Ικέσιο, Ξένιο & Ομόγνοιο Ζεύς που τους προστατεύει!

Ο Βασιλέας των Δελφών είχε ξεχάσει αφενός ότι  :  Όποιος αδικεί τους ανθρώπους είναι αδύνατον να σέβεται τους Θεούς. Αντίθετα κρηπίς της ευσέβειας είναι η φιλανθρωπία και η ομόνοια.[8]

Αφετέρου ο Βασιλιάς των Δελφών είχε ξεχάσει ότι :  το ιδιαίτερο έργο της δικαιοσύνης, και καμίας άλλης τέχνης, είναι να δημιουργεί φιλία μέσα στις πόλεις.[9]

Και όταν λέμε «Φιλανθρωπία = Έξις του ήθους προς δημιουργία φιλίας για τον άνθρωπο. Έξις προς ευεργεσία των ανθρώπων. Σχέση χάριτος. Μνήμη μετά ευεργεσίας.[10]

Ο Βασιλέας των Δελφών είχε ξεχάσει ότι : «Αγάπησις = παντελής απόδεξις»[11]

Τουτέστι ο Βασιλέας των Δελφών είχε ξεχάσει ότι : Η βασικότερη & ουσιωδέστερη αρχή είναι η Συνείδηση της Ενότητας Των Πάντων.[12]

Άλλωστε : Όλα τα όντα είναι έκγονα των θεών και όλα παράγονται από αυτούς άμεσα και εδράζονται σε αυτούς. Γιατί δεν πραγματοποιείται μόνο η συνεχής πρόοδος των πραγμάτων και τα επόμενα δεν λαμβάνουν υπόσταση πάντα μόνο από τα αμέσως προηγούμενα αίτιά τους, αλλά κατά κάποιο τρόπο τα πάντα γεννιούνται κατευθείαν από τους θεούς, ακόμα και αν λέγονται ότι είναι πάρα πολύ μακριά από τους θεούς, ακόμα κι αν μιλήσεις για την ίδια την ύλη. Γιατί το θείο δεν λείπει από τίποτα, αλλά παρευρίσκεται εξίσου στα πάντα. Για αυτό, ακόμα κι αν πάρεις τα τελευταία όντα, και σε αυτά θα βρεις να υπάρχει το θείο. Γιατί το Εν υπάρχει παντού, στον βαθμό που κάθε όντως ΟΝ έχει λάβει υπόσταση από τους θεούς, και τα πάντα, μολονότι έχουν προέλθει από τους θεούς, δεν έχουν απομακρυνθεί από αυτούς, αλλά είναι ριζωμένα σε αυτούς – οι θεοί έχουν περιβάλει και συμπεριλάβει τα πάντα και τα κρατούν μέσα τους. Γιατί αυτό που υπάρχει πέρα από τους θεούς είναι “τ μηδαμς ν στι” (αυτό που δεν υπάρχει καθόλου). Όλα τα όντα περιλαμβάνονται ολόγυρα από τους θεούς και υπάρχουν μέσα σε αυτού. Με έναν θαυμαστό, λοιπόν, τρόπο, και έχουν βγει τα πάντα και δεν έχουν βγει. Γιατί δεν αποσπάστηκαν από τους θεούς. Γιατί αν είχαν αποσπαστεί, δεν θα υπήρχαν καν, επειδή και όλα τα γεννήματα, αν αποσπαστούν από τους πατέρες τους, αμέσως ξεπέφτουν στην αχάνεια του μη όντος. Αντιθέτως, είναι εδραιωμένα κατά κάποιο τρόπο σε αυτούς και, και παρότι έχουν προχωρήσει στον εαυτό τους, παραμένουν όμως στους θεούς. Επειδή, όμως, από τη στιγμή που προχώρησαν, έπρεπε και να επιστρέψουν, μιμούμενοι την εμφάνιση των θεών και την επιστροφή τους στο αίτιο, προκειμένου και αυτά να είναι τακτοποιημένα σύμφωνα με την “τελειοποιητική τριάδα” – πίστη, αλήθεια & έρωτας – και να περιέχονται πάλι από τους θεούς και τις πρωταρχικές Ενάδες, για αυτό δέχονται από αυτούς μια κατώτερη τελειότητα, με βάση την οποία μπορούν να επιστρέφουν προς την αγαθότητα των θεών, προκειμένου, επειδή εξ αρχής ήταν ριζωμένα στους θεούς, να στηριχτούν και πάλι σε αυτούς μέσω της επιστροφής, κάνοντας ένα τέτοιο κύκλο που ξεκινά από τους θεούς και καταλήγει στους θεούς. Όλα, λοιπόν, και μένουν και επιστρέφουν στους θεούς, έχοντας λάβει από αυτούς τούτη τη δύναμη και έχοντας υποδεχτεί στην ουσία τους δύο σύμβολα, το ένα για να μένουν εκεί και το άλλο για να επιστρέφουν μετά την πρόοδό τους.[13]

Κατά την έννοια ότι : η υπερούσια, αυτοτελείς & μεθεκτή Ενάδα-Αγαθότητα-Θεότητα νοεί δια μέσω της μοναδικής της Βουλήσεως, προβάλλοντας εξωτερικά την ουσία της. Προσδίδοντας έτσι, αν μπορούμε να πούμε, την έννοια σκοπός στην δημιουργία της. Αυτή η “Πράξη”, που το πρώτο της μέρος είναι «Νόηση», και το δεύτερο η «Δημιουργία» και οι εκδηλώσεις της μέχρι της «Οριστικής επιστροφής Της», δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια και μόνο «Εκπνοή & Εισπνοή του Ενός Όντος». Είναι βέβαια γνωστό ότι για κάθε τι σε ολόκληρο το σύμπαν υπάρχει μια αιτία, όπως επίσης είναι γνωστό ότι για αυτή την κάθε μια αιτία υπάρχει μια βαθύτερη αιτία. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε πρωτουργό Λόγο, πρωτουργό Αιτία, πρώτιστη αιτία, δημιουργική Αρχή ή Ενδογενή αιτία του ίδιου του όντως Όντος, του απροσίτου. Η ενδογενής αιτία πορεύθηκε δια Μίας και εκφράστηκε απόλυτα δίνοντας την εντολή στην πρωτογενή αιτία, πυροδοτώντας ταυτόχρονα, τόσο την γέννησή της, όσο και την μοναδική βούλησή του όντως Όντος, διαποτίζοντάς την με αυτή πλήρως. Η μοναδική & πανίσχυρη βούληση της πρωτογενούς πλέον αιτίας, που δημιούργησε την πνοή και την κίνηση (τα πάντα ρεί) εκφράζεται διαλεκτικά & πυροδοτεί την πύρινη βούληση, την πνοή και την κίνηση εις παν που γεννάται εξ αυτής στο αιώνιο γίγνεσθαι. Όλα παίρνουν την διαλεκτική τους πορεία, που εξελίσσεται δια μέσου της δυνάμεως της αενάου κινήσεως. Ας αναλογισθούμε πάνω σε αυτό την σοφή ρήση του Ηρακλείτου «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, μετά τον Λόγο». Άρα πατήρ πάντων πόλεμος, είναι η διαλεκτική της αμοιβαιότητας και της σχέσεως από όπου πηγάζει η άπειρη, τρισμέγιστη Συνεργασία….Ενότητα.[14]

Τουτέστιν : Κατά την Μεγάλη Δημιουργία του Κόσμου, η Πρώτη Πνοή-Αρχή, έδωσε τη θέση Της στη Μεγάλη Αναπνοή και αυτή πάλι στην Πνοή, δίνοντας αρχή στην αέναη κίνηση του Σύμπαντος από την Ουσία του Αιώνα. Κοντά στην Αέναη Κίνηση “Πάντα Ρεί” και εξαιτίας της δημιουργήθηκε η Μεγάλη Αναγκαιότητα των Μεταστάσεων που έτσι και αιτία έχουν, αλλά και προκαλούν ένα συγκεκριμένο Αποτέλεσμα. Έτσι ο Κόσμος, στηριγμένος στη Μεγάλη Αναγκαιότητα της Αενάου Κινήσεως, “οδεύει” προς την Αιωνιότητα, δημιουργώντας την ταυτόχρονα. Κοντά στην Μεγάλη αυτή Αναγκαιότητα, και ακριβώς εξ αιτίας Της, βρίσκονται, γεννιούνται μια σειρά από Αιτιατές Αναγκαιότητες όπως πρώτα – πρώτα η αναγκαιότητα της Σταθερότητας των Αέναης αυτής Κινήσεως. Τα αποτελέσματα των Κινήσεων αυτών μεταφράζονται στους δημιουργημένους, στους ανανεωμένους και στους μεταστασιωμένους Κόσμους, σε δονήσεις, συχνότητες, μεταλλασσόμενα ρεύματα, σε Εκφραστικές Ανάγκες, ακολουθώντας Οδούς-Κανάλια απείρων θεωρητικά τύπων, όπως : Γεωμετρικές – Γεωδαιτικές – Κοσμικές Ιδέες. Μαθηματικές – Κοσμικές Ιδέες. Φιλοσοφικές Ιδέες. Όπως, των εφαρμογών των Κοσμικών Ιδεών ή νοήσεων που υποβοηθούν, συν-γεννούν, συν-μεταβάλλουν τη Μεγάλη Αιτία σε Κόσμους, δια μέσου της Κατιούσας ελικοειδούς Οδού και της Ανιούσας που πολλοί ονομάζουν Κοσμική Κλίμακα του Πυρός-Πνεύματος. Μια άλλη Αναγκαιότητα είναι η Συνειδησιακή Θεώρηση της Κοσμικής Δραστηριότητας υπό την Τριαδική της Έκφραση ή Εκδήλωση. Με άλλα λόγια :

  • Φιλοσοφική Θεώρηση της Αρχής
  • Φιλοσοφική Θεώρηση του Κόσμου
  • Φιλοσοφική Θεώρηση της Συνείδησης-Σχέσης

Βέβαια η παραπάνω διάταξη δεν είναι παρά η Γεωμετρική Αναπαράσταση του Ενός, σε όλα τα επίπεδα της  “Συνείδησης”. Από Φιλοσοφική άποψη οι ιδιότητες ή ποιότητες, κατ’ αντιστοιχία του προηγούμενου τριγώνου, εκφράζονται ως :

  • Δύναμη
  • Φιλότητα
  • Νοημοσύνη

Απόρροια του αυτού τριγώνου είναι ένα άλλο τρίγωνο :

  • Αληθές Δύναμη (Νόμος)
  • Καλό/κάλλος Φιλότητα (Ενότητα)
  • Αγαθό Νοημοσύνη (Δημιουργία).

Αυτά τα 3 τρίγωνα έχουν αντιστοιχία με ένα τέταρτο τρίγωνο :

  • Ισότητα
  • Αδελφότητα
  • Ελευθερία.

Βέβαια όλα αυτά τα τρίγωνα είναι από την αληθή φύση τους ένα.[15]

Εν ολίγοις : Μόνο ένα πράγμα πρέπει να είναι πασιφανές σε όλους σας, ανεξαιρέτως της ιδιαίτερης προσωπικής σας ανελίξεως : Άπαντα τα Στοιχεία, οι Νόμοι, οι Δυνάμεις, τα Επίπεδα με όλες τις παραμέτρους τους, όλες οι Ηλιακές Οντότητες, από τους πιο μακρινούς Γαλαξίες, μέχρι το πιο απειροελάχιστο στοιχείο της Φύσης του Παντός, ΣΥΝ-ΕΡΓΑ-Ζ-ΟΝΤΑΙ, ΣΧΕ-ΤΙ-ΖΟΝΤΑΙ. Κι όμως χιλιάδες χρόνια τώρα η ανθρωπότητα αγνόησε τον ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟ αυτό ΝΟΜΟ της ΑΛΗΘΕΙΑΣ που Εν-υπάρχει στα ΠΑΝΤΑ, την ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ. Αντίθετα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η ανθρωπότητα από άγνοια και ιδιοτελή εγωισμό ωθούμενη, αντικατέστησε και υιοθέτησε στην θέση της Αλήθειας το Ψεύδος, στη θέση της Ενοποιού Συνεργασίας την Ιδιοτελή Διαμάχη. Σαν αποτέλεσμα κυριάρχησαν η Άγνοια και το Μίσος, εκεί που έπρεπε να Βασιλεύει η Γνώση και η Τα Πάντα Δονούσα & Εξυψούσα ΑΠΕΙΡΗ ΑΓΑΠΗ-ΦΙΛΟΤΗΤΑ.[16]

Μάλιστα ο μεγάλος λυρικός ποιητής και πεζογράφος Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σε ένα από τα τελευταία αποσπάσματα του έργου του «Οι Ελεγείες του Duino»,  επιχειρεί να περιγράψει αυτή την παναίσθηση με τα εξής λόγια : «Σε όλα τα όντα περνά διάστημα ένα ενδοσύμπαν : ήσυχα φτερουγούν τα πετούμενα μέσα από μέσα μας. Ώ εγώ που ν’ αυξηθώ θέλω έξω κοιτώ κι αυξάνει μέσα μου το δέντρο»! Το «Ενδοσύμπαν» είναι μια υψηλότερη πραγματικότητα περιβαλλοντική, αλλά η ίδια απερίβλητη, είναι η έννοια του περιέχοντας την εξωτερική και την εσωτερική όψη του σύμπαντος. Το «Ενδοσύμπαν», είναι ανάλογο του Ηρακλείτειου & Παρμενείδιου «ΕΝ», αυτό είναι το κοσμολογικό ΕΝ των Ελλήνων φιλοσόφων, η θεώρηση του Κόσμου ως ΟΛΟΤΗΤΑ & Ακεραιότητα. Οι Παρμενίδης και Ηράκλειτος υψώθηκαν στην «μεγάλη ενότητα» και είπαν : «κα κ πντων ν κα ξ νς πντα» και «ν πντα ενα» και «τ ν πολλ τε κα ν στιν».

Εξ ου και λέμε ότι : Είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που η συνείδησή του έχει διευρυνθεί, έστω και ελάχιστα, προς τις αλήθειες αυτές, όπως εκφράζονται στην Φύση και το Σύμπαν ολόκληρο, είναι, επαναλαμβάνω, αδύνατον, να μην αισθανθεί δέος και συγκίνηση ενώπιον του Φωτός που εκπορεύεται μέσα από την ίδια την δυναμική αρμονία της ζωής. Όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει, να ακούσει, να διακρίνει, τη μεγάλη Αλήθεια που εκφράζεται στην Φύση σαν μια αδιάρρηκτη ενότητα, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι τυφλός, κουφός και αναίσθητος.[17]

Ο Βασιλέας των Δελφών είχε ξεχάσει ότι : το των θεουργών φύλο είναι δίχως φθόνο και ανατείνει στον ζήλο της του Θεού αγαθότητας, δίχως σε φιλονικίες ανθρώπων και δυσμένειας να κατασπάται. Ταύτα τα πάθη, ζήλος και φθόνος, όταν κλείνονται εντός της ψυχής, αφήνουν εν τω πνεύματι κάποια ένυλη κακία και το γεμίζουν με υλική στέρηση και αζωία. Διότι ο φθόνος είναι υλικός και σύνοικος της στερήσεως των αγαθών, ενώ η στέρηση των αγαθών έχει υποστασιοποιήθηκε ομού με την ύλη. Για αυτό και λέμε “μην μολύνεις το Πνεύμα” με το να έχεις ενδόν φθόνο και να τον κρύβεις.[18]

Άλλωστε δια του Χαλδαϊκού Λόγιου οι Θεοί παροτρύνουν:  «μη μολύνεις το Πνεύμα και μη βαθύνεις το Επίπεδο»[19]. Εξ ου και : με δυο χιτώνες επενδύουν την ψυχή οι Χαλδαίοι, και τον έναν, τον πνευματικό, τον ονομάζουν “Πνεύμα”, ο οποίος εξυφαίνει την ψυχή από τον Κόσμο, τον άλλο αυγοειδή, λεπτόν και αβαθή, εξ ου και “Επίπεδο” τον ονομάζουν. Μήτε, λέγει ο Χρησμός, το “Πνεύμα”, τον πνευματικόν δηλ. χιτώνα της ψυχής, να μολύνεις με ακαθαρσίες παθών μήτε το “Επίπεδο”, τον αυγοειδή δηλ. χιτώνα της ψυχής, να βαθύνεις με προσθήκες υλικές. Αλλά διατήρησέ τους σύμφωνα με την φύση τους, τον μεν καθαρό τον δε αβαθή.[20]

Μάλιστα : η φιλία είναι πέρας των αρετών, αρχή δε των αρετών η ευσέβεια και ο λόγος της ευσέβειας σπέρμα των αγαθών απάντων για εμάς, η δε της φιλίας έξις ο τελειότατος των αρετών καρπός. Όπως λοιπόν τον λόγο της δικαιοσύνης πρέπει να τον ποιούμε όχι μόνον προς τους δικαίως προσφερόμενους προς εμάς αλλά και προς τους επειχειρούντες να μας αδικήσουν, προκειμένου να μην έλθουμε στην ίση καχεξία αυτών με το αντιδικείν, έτσι και της φιλίας αντέχεσθαι πρέπει, τούτο είναι ιδίωμα της φιλανθρωπίας προς άπαντες τους μετέχοντες στο ίδιο γένος με εμάς.[21]

Εν ολίγοις : θα ορίσουμε τα μέτρα της φιλίας με την πρέπουσα τάξη, ήτοι ασπαζόμαστε τους μεν αγαθούς ως σώζοντες την του ανθρώπου τελειότητα και λόγω της φύσεως και λόγω της γνώμη τους, τους δε φαύλους αν με την γνώμης τους δεν μας δίνουν καμία αφορμή για την αίρεση της φιλίας τους τους αγαπούμε λόγω μόνο της κοινής μας φύσεως. Τουτέστιν ουδείς είναι εχθρός για τον σπουδαίο άνθρωπο αλλά μόνος ο αγαθός είναι φίλος του. Γιατί ο σπουδαίος αν φιλεί τον άνθρωπο, ούτε τον κακό άνθρωπο θέτει εχθρό του, ενώ, αν αναζητά κάποιον κεκοσμημένο με την αρετή προς κοινωνία, εκλέγει εκ πάντων των ανθρώπων τον αγαθό μιμούμενος και για τα μέτρα της φιλίας τον Θεό, ο οποίος δεν μισεί ουδένα των ανθρώπων, αλλά ασπάζεται ιδιαιτέρως τον αγαθό άνθρωπο. Γιατί το της φιλανθρωπίας αγαθό ο Θεός το επεκτείνει σε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων και κρίνει κάθε άνθρωπο κατά την προσήκουσα μοίρα εκάστου, ανυψώνοντας τους μεν αγαθούς προς τον εαυτό του, τους δε αρετής φυγάδες τους απευθύνεις στο δέον με τους της δίκης νόμους. Γιατί αυτό είναι σύμμετρο και ωφέλιμο και για τους δυο. Έτσι, λοιπόν, ταιριάζει και εμείς να διατηρούμε την φιλία προς άπαντες τους ανθρώπους, και ταυτόχρονα να την απονέμουμε  συμφώνως με την αξία καθενός. Γιατί και σωφροσύνη & δικαιοσύνη προς άπαντες θα έχουμε και όχι μόνον προς τους δικαίους & σώφρονες, ουδέ θα είμαστε αγαθοί μόνον με τους αγαθούς, και κακοί με τους κακούς. [22]

Διότι : η φιλία είναι μεγίστη αρετή, και η φιλανθρωπία θεωρείται κοινή προς άπαντες, ιδίως δε προς τους αγαθούς, οπότε και το της φιλίας όνομα σε αυτή ταιριάζει.[23]

Εξ ου ο Απόστολος Ιάκωβος λέγει ότι :

Ιακ. 1:27 θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

Όμως : η έριδα είναι η φιλόνεικος ζωή μετά φθόνου και δυσμένειας.[24]

Είχε ξεχάσει, δηλ., ο βασιλέας των Δελφών ότι δεν άνασσε σε θνητά όντα, αλλά σε θεία Πνεύματα.

Καθώς : Η ψυχή, νου μετάσχουσα και λογισμού και αρμονίας, δεν είναι έργο του Θεού μόνο αλλά και μέρος του Θεού, ουδέ υπό Αυτού αλλά από Αυτόν και εξ Αυτού γεννήθηκε.[25]

Μάλιστα : ο Θεός-Πατήρ/Νους επειδή δεν βούλονταν αργόν τον υπεράνω Κόσμο αλλά δοκιμάζοντας να τον πληρώσει με πνεύματα, ώστε τα επιμέρους να μη μένουν ακίνητα & αδρανή, άρχισε σε αυτά τεχνιτείες, χρησιμοποιώντας στο έργο του ουσίες ιερές, πνεύμα έλαβε από τον εαυτό του όσο ήταν αρκετό και με νοητικό μίγοντας πυρ εκέρασε άγνωστες έτερες ύλες. Τα δυο αυτά τα ένωσε το ένα με το άλλο μετά τινών κρυπτών επιφωνήσεων και καλώς το κράμα το ανακάτεψε, ώσπου δημιουργήθηκε από το μείγμα κάποια ουσία λεπτοτέρα & καθαρωτέρα & διαφανεστέρα από αυτά από τα οποία δημιουργήθηκε, και ήταν διαυγής αυτή και την έβλεπε μόνο ο τεχνίτης της. Επειδή όμως ούτε διετήκετο εκ πυρός καιόμενη, ούτε όμως ως εκ πνεύματος τελεσιουργηθείσα έψυχε, αλλά είχε ιδιογενεί & οικεία την σύσταση του κράματος & ιδιότυπη & ιδιοσύγκρητη την οποία κατά το ποιο εύφημο όνομα και από την ομοιότητα της ενέργειας ο θεός εκάλεσε την σύσταση “ψύχωση”.[26]

Η Ψυχή λέει η Πλάτων, αποτελείται “από μια αμέριστη ουσία” που έρχεται από άνωθεν “και από την μερισμένης περί τα σώματα ουσία”. Πρέπει να εννοήσουμε το “μεριστή περί τα σώματα” με τον ακόλουθο τρόπο : ότι διανέμεται σε όλη την έκταση ενός σώματος, ανάλογα με το μέγεθος του όντος, ώστε και για όλο το σύμπαν υπάρχει μια ψυχή. Μπορούμε επίσης να το εννοήσουμε έτσι : φανταστείτε ότι είναι παρούσα στα σώματα επειδή τα φωτίζει. Δεν παράγει τα ζωντανά συνθέτοντάς τα από ένα σώμα και από την ίδια. Μένει ακίνητη και δεν δίνει από τον εαυτό της παρά μόνο είδωλά της, σαν πρόσωπα μέσα σε πολλά κάτοπτρα. Το πρώτο της είδωλο είναι η αίσθηση που υπάρχει στο σύνθετο δημιούργημα. Από την αίσθηση προέρχεται κάθε είδους ψυχή. Η μία παράγεται από την άλλη και καταλήγουν στην δύναμη της γεννήσεως και αυξήσεως και, κατόπιν, στην δύναμη να παράγουν και να επιτελούν κάτι διαφορετικό από την ψυχή, ενώ η παράγουσα ψυχή είναι στραμμένη προς το παραγόμενο πλάσμα. [27]

Δηλ. τοχρησιμοποιώντας στο έργο του ουσίες ιερές, πνεύμα έλαβε από τον εαυτό του όσο ήταν αρκετό και με νοητικό μίγοντας πυρ εκέρασε άγνωστες έτερες ύλες. Τα δυο αυτά τα ένωσε το ένα με το άλλο μετά τινών κρυπτών επιφωνήσεων και καλώς το κράμα το ανακάτεψε, ώσπου δημιουργήθηκε από το μείγμα κάποια ουσία λεπτοτέρα & καθαρωτέρα & διαφανεστέρα από αυτά από τα οποία δημιουργήθηκε”, αφορά την ένωση της αμέριστης-νοητής ουσίας, αυτό είναι το πνεύμα που έλαβε ο Πατήρ-Θεός/Νους από τον εαυτό του, με το νοητικό πυρ, αυτό είναι το πυρ που κινεί τα σώματα, η μεριστή περί τα σώματα ουσία. Έτσι ο καθαυτό άνθρωπος, η μαθηματική ουσία, η λογική & αΐδιος ψυχή, η οποία παράχθηκε από την μείξη της αμέριστης-νοητής ουσία με τα της μεριστής περί τα σώματα ουσίας, ονομάζεται ψυχή και δη λογική & αΐδια,  αυτή η ουσία όντας ζωή ονομάζει την ενέργειά της ως:  <Ψύχω> = τὸ ζωογονῶ.[28] <Ψύχω> = Σημαίνει δύο· τὸ ζωοποιῶ, ἐξ οὗ καὶ ψυχή· καὶ τὸ φυσῶ, ἐξ οὗ Ἰλιάδος υ,   ῏Ηκα μάλα ψύξασα· ἀντὶ τοῦ φυσήσασα.  <Ψυχή> = Παρὰ τὸ ψύχος, ὃ ἔστι πνεῦμα. Ὅμηρος, Ψύχεος ἱμείρων· ἀντὶ τοῦ πνεύματος, ἐπὶ τῷ Ἐλπήνορι· πνεῦμα δὲ καὶ ἡ ψυχή. ῍Η παρὰ τὸ ψύχω, τὸ ζωογονῶ, φυσιοχή τις οὖσα, ἡ τὴν φύσιν συνέχουσα. Ἔστι δὲ ὄνομα προσηγορικόν· καὶ σημαίνει δύο· τὴν ψυχὴν, ὡς τὸ, ψυχὴ δ᾽ ἐκ ῥεθέων· σημαίνει καὶ τὸ αἷμα, ψυχὴ δὲ κατ᾽ οὐταμένην ὠτειλὴν [Ἔσσυτ᾽.].[29]

Από αυτή την κρούστα γενεσιούργησε τις λογικές & αΐδιες ψυχές, επανθόντας την από αυτό το κράμα προς αυτό που ήθελε πλάθοντάς το με ευταξία & συμμετρία, μετά εμπειρίας & ταιριαστής αναλογίας. Ώστε αναγκαία δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ του αυτές επειδή το εκ της κινήσεως του θεού εξατμιζόμενο άνθος δεν ήταν όμοιο με τον εαυτό του, αλλά μείζον & πληρέστερο ήταν το πρώτο από το δεύτερο και ως προς όλα καθαρότερο, ενώ το δεύτερο ήταν μεν αρκετά κατώτερο από το πρώτο αλλά πολύ ανώτερο από το τρίτο, και έτσι μέχρι 60 βαθμίδες απαρτίστηκε ο πας αριθμός των λογικών & αΐδιων ψυχών, αλλά όλες έταξε νομοθετώντας να είναι αΐδιες, επειδή ήταν εκ μίας ουσίας της οποίος μόνο αυτός γνώριζε την τελείωση.[30]

Δηλ. λόγω του ανακατέματος του πνεύματος, που πείρε εκ του εαυτού του ο Δημιουργός – δημιουργεί με την ουσία και την ύπαρξή του, με το νοητικό πυρ, και τη ένωσή τους δια τινών κρυπτών λόγων που εκφώνησε ο Δημιουργός, το κράμα δημιουργήθηκε άμα και εξατμίζονταν τρόπο τινά και αυτή ήταν η ατμίδα, το άνθος του κράματος, ή αλλιώς οι πρώτιστα δημιουργημένες λογικές & αΐδιες ψυχές. Δηλ. το πρώτιστο γένος λογικών & αΐδιων ψυχών δεν είναι βέβαια όμοιο με τον ίδιο τον δημιουργό του όμως είναι ανώτερο από όλα τα άλλα, από το δεύτερο και το τρίτο κτλ.

Διέταξε δε για άπαντες τις λογικές & αΐδιες ψυχές, τους καθαυτό ανθρώπους, και τμήματα και ταμία στο μετάρσιο της άνω φύσης[ουρανού], ώστε να περιστροβολίζουν τον κύλινδρο του Κόσμου με κάποια τάξη και πρέπουσα οικονομία και να τέρπουν τον Πατέρα. Με τον ίδιο τρόπο, αφού στάθηκε στην περικαλλή βάση του αιθέρα και κάλεσε τις φύσεις των ήδη όντων είπε : ω ψυχές, όμορφα τέκνα του πνεύματος μου και της μέριμνάς μου, που εγώ με τα χέρια μου σας μαίευσα και ήδη σας καθιερώνω στον Κόσμο μου – εξ και η ψυχή είναι πράγμα ιδιοφυές, βασιλικό και έργο του νοός και των χεριών του θεού, που οδηγείται αυτό αφ’ εαυτώ στον νου-, υπακούστε τους λόγους μου αυτούς ως νόμο και μην αγγίζεται κανένα άλλον τόπο εκτός από αυτόν που σας όρισε η δική μου γνώμη. Αν ευσταθήσεται λοιπόν καταμένουν πάλι για εσάς όμοια και ο ουρανός και η διάταξη των αστερισμών και θρόνοι πεπληρωμένοι με αρετή.[31]

Μάλιστα αφενός από μίας ψυχής, της του παντός, όλες οι ψυχές προέρχονται, οι οποίες κυλιούνται εν τω παντί Κόσμω, σαν να έχουν διαχωριστεί από αυτή. Τούτων των ψυχών πολλές οι μεταβολές, άλλων προς το ευτυχέστερο άλλων δε προς το αντίθετο., αφετέρου οι δε ανθρώπινες ψυχές αρχή αθανασίας έχουν μεταβαλλόμενες σε κατά θέση Δαίμονα, και έτσι στον των θεών χορό βρίσκονται. Χοροί δε δύο των θεών, ο μεν των πλανωμένων, ο δε των απλανών. [32]

Αν όμως πράξετε κάτι νεότερο ενάντια στην δική μου βούληση, σας ορκίζομαι σε αυτό το ιερό πνεύμα και κράμα με το οποίο σας εγέννησα και σε τούτα τα ψυχοποιά μου χέρια, τις ζωογόνες δυνάμεις μου, ότι θα τεχνιτεύσω για εσάς δεσμά & κολλάσεις.[33]

Μάλιστα :  το της λογικής & αΐδιας ψυχής βάθος είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα(δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και το μεν επιθυμητικό είναι πολυκέφαλο θηρίο, το δε θυμοειδές είναι λεοντώδης, ενώ ο Λόγος είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτό-άνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός & μονοειδής, άλλος λογικός τριμερής & τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς.[34]

Εξ ου και : πατήρ μην ονομάσετε επι της Χθονός. Διότι εις είναι ο Πατήρ ημών & υμών, ο εν εν ουρανώ μοναρχης, ο των Συμπάντων κοσμοποιητής. Αυτός που είναι κρυμμένος και επιθυμεί να φανερωθεί – ο ύψιστος Άμμων, ο προστάτης της παντέλειας Αλήθειας και της παντέλειας εν σιγή νοητικής Σοφίας, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, Αυτός είναι η αληθής ζωή της ζωής, Αυτός είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα. Ο Δημιουργός & Πατήρ, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς, Αυτός που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα, Αυτός που είναι η αληθής ζωή της ζωής, ο κεκρυμένος που ποθεί να αποκαλυφθεί, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμούν, ο προστάτης της παντέλειας Αλήθειας και της νοερής εν Σιγή Σοφίας, ο Οποίος είναι Φως & Ζωή, αποκοίησε Άνθρωπο, που αυτό-άνθρωπο αποκαλούν οι φιλοθεάμονες, που είναι ίσως με τον Πατήρ, τον Οποίο ο Πατήρ ηράσθη ως δικό του τέκνο. Γιατί ήταν περικαλλής ο Άνθρωπος, αφού είχε την εικόνα του Πατρός. Γιατί όντως ο Νους-Θεός/Πατήρ ηράσθη την ίδια του την μορφή, και παρέδωσε στον Άνθρωπο, που αυτό-άνθρωπο αποκαλούν οι φιλοθεάμονες, απάντα τα δημιουργήματά του. Φως & ζωή είναι ο Θεός & Πατήρ Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς, εκ του οποίου έγινε ο Άνθρωπος, ο γεννώμενος θεού θεός παίς, το παν εν παντί, εκ πασών δυνάμεων συνεστώς. Τουτέστιν  εκ φωτός & ζωής τυγχάνει ο Άνθρωπος, που αυτό-άνθρωπο αποκαλούν οι φιλοθεάμονες, έγινε από Ζωή & Φως Ψυχή & Νους, από την μεν Ζωή Ψυχή, εκ του δε Φωτός Νους.[35]

Μιλώντας διεξοδικά θα πούμε ότι : αφενός πρώτα έχουν λάβει υπόσταση οι ακίνητες αιτίες όλων των Ειδών που υπάρχουν εν τω σύμπαν. Γιατί σε αυτά ακριβώς υπάρχει η ακινησία λόγω της αιώνιας δύναμης των αιτίων, ώστε του ανθρώπου, στον βαθμό που είναι άνθρωπος, και καθενός από τα ατομικά Είδη των ζώων και των φυτών υπάρχουν νοητικές αιτίες. Και οι πρόοδοι των πάντων ξεκινούν από εκεί, και η πρόοδος δεν πραγματοποιήθηκε αμέσως προς αυτά τα γεννημένα και υλικά όντα. Γιατί δεν ήταν σύμφωνο με τον θείο νόμο τα νοητικά και αιώνια και άυλα να γεννούν τα πολλά υλικά άτομα τα οποία δεν έχουν νου και βρίσκονται κάθε φορά σε διαφορετική κατάσταση, επειδή κάθε πρόοδος πραγματοποιείται μέσω της ομοιότητας και πριν από όσα διαφέρουν πλήρως από την αιτία έχουν λάβει υπόσταση όσα είναι συνδεδεμένα με αυτήν και εξομοιώνονται εμφανέστερα με αυτήν. Θα γεννιέται, λοιπόν, εκ του “αυτόανθρώπου” κάποιος ουράνιος άνθρωπος, έπειτα κάποιος εμπύριος και αέριος και ένυδρος και τελευταίος τούτος ο χθόνιος. Και ολόκληρη αυτή η σειρά, η οποία προκύπτει δια της υφέσεως της Ιδέας προς το μερικό, είναι εξαρτημένη από την νοητική Ενάδα που έχουμε αποκαλέσει “αυτό-άνθρωπο”. Παρομοίως υπάρχει μια άλλη του “αυτό-ίππου” του “αυτό-λέοντος” και όλων των ζώων και φυτών. Γιατί τα ακίνητα αίτια γεννούν αυτά που είναι αΐδια ως προς τον αριθμό πριν από αυτά που είναι αΐδια μόνο ως προς το είδος, και αυτά που κυριαρχούνται από το κάλλος την συμμετρία πριν από τα ένυλα και τα ανακατεμένα με την ασχήμια. Έτσι το νοητικό πυρ, το ύδωρ, η γη και ο αήρ δεν έδωσαν υπόσταση αμέσως σε τούτα εδώ τα ένυλα στοιχεία, αλλά πριν από αυτά στα ουράνια και άυλα στοιχεία. Για αυτό και  λέμε ότι ο ουρανός αποτελείται από τα τέσσερα στοιχεία, όχι όμως τα ενυλώτατα αλλά εξ αυλότερων που εμφανίστηκαν πρώτα από τις Ιδέες. Και γενικά, όπως κάθε νους περιέχει τα πάντα, έτσι σε κάθε σφαίρα υπάρχουν τα πάντα με τον ανάλογο και οικείο τρόπο, αλλού ηλιακώς, αλλού σεληνιακώς, αλλού εμπυρίως και χθιονίως εν τη γη. Εξ ου και ο Πλάτων, αφού είπε “τι, υπάρχει Ιδέα του ανθρώπου χωριστά από εμάς”, πρόσθεσε, “και όλων όσων είναι ως εμάς”. Γιατί πρέπει να ξεχωρίσουμε τη νοητική Ιδέα από όλα τα εγκόσμια, είτε ουράνιο άνθρωπο, είτε εμπύριο είτε χθόνιο λέγει. Γιατί ολόκληρος ο αριθμός των εδώ ανθρώπων προέκυψε από την υπόβαση πολλών τάξεων και προόδων και μένει εξαρτημένη από εκείνη τη νοητική Ενάδα την οποία έχουμε αποκαλέσει “αυτόάνθρωπο”, επειδή είναι η πρώτη αιτία και πηγή της σειράς των ανθρώπων. Και όπως ακριβώς αυτή είναι η πηγή της σειράς των ανθρώπων, έτσι υπάρχει άλλη πηγή και Ενάδα του πυρός που υπάρχει παντού, και άλλη κάθε εγκόσμιου ύδατος, αέρος & γης.[36]

Βέβαια σε σχέση με το αν υπάρχει Ιδέα της λογικής & αΐδιας ψυχής, δηλ. εάν υπάρχουν μέσα στις Ιδέες πρωταρχικά αίτια των ψυχών και αν είναι ένα ή πολλά, θα πούμε ότι : είναι φανερό από τη φύση των πραγμάτων και από τη διδασκαλία του Πλάτωνα ότι υπάρχει μέσα στον δημιουργό μια μονάδα των ψυχών μέσα στην οποία έχει συμπεριληφθεί ενιαίως και εκ των προτέρων πας ο των ψυχών αριθμός. Γιατί, αν η ψυχή είναι το πρώτο γεννημένο ον και το πρώτο διαιρετό ον, είναι ανάγκη το αμέριστο Είδος/ιδέα να προηγείται του μεριστού, και η αιώνια Ιδέα να προηγείται από όσα είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο γεννημένα. Και, αν ο χρόνος έχει προς τον Αιώνα την ίδια σχέση που έχει η ψυχή προς τον νου, όπως είπαμε και προηγουμένως, και αν ο χρόνος είναι εικόνα του Αιώνα, τότε είναι ανάγκη και η ψυχή να είναι εικόνα του νοός. Και αν μέσα στην Ουσία δεν υπάρχει μόνο ζωή, όπως λέει ο Σωκράτης στο “Φίληβο”, αλλά και ψυχή, τότε πρέπει η ψυχή να θεωρηθεί υποδειγματική αιτία του πλήθους των ψυχών που προήλθαν από τον νου και να έχει συμπεριλάβει από πριν ενιαίως την τάξη και τον αριθμό των ψυχών. Μετά από αυτά θα αναφερθούμε στο αν υπάρχει μια μόνο Ιδέα των δημιουργικών ψυχών αλλά πολλέςγιατί, καθώς όλες είναι αθάνατες, είναι ανάγκη να υπάρχει το υπόδειγμα καθεμιάς, αλλά από την άλλη είναι αδύνατον το πλήθος που προόδευσε να είναι ίσο με το πλήθος που έμεινε -, έτσι ρητά λέμε ότι υπάρχουν και άλλες ξεχωριστές αιτίες μετά την μία Ιδέα όλων των θεϊκών ψυχών, και ότι οι ψυχές γεννιούνται από εκείνες τις αιτίες με βάση μια εύτακτη πρόοδο και ύφεση, και ότι η κάθοδος φτάνει μέσω των δαιμονικών ψυχών μέχρι της επιμέρους ψυχές. Αυτό που εννοώ είναι το εξής. Μέσα στον θείο νου, στον Νους-Θεό/Πατήρ, στον ύπατο Ζεύς, στον ζάθεο Άμμωνα. υπάρχει μια υποδειγματική μονάδα όλων των ψυχών, από την οποία προέκυψε το πλήθος των ψυχών και η οποία περιέχει ηνωμένως το μέτρο με το οποίο ορίζεται ο αριθμός όλων των ψυχών. Με αυτή τη μονάδα είναι σύμφυτος ένας δεύτερος αριθμός, διαιρεμένος, ο οποίος περιέχει τα υποδείγματα των θείων ψυχών. Γιατί κάθε θεία ψυχή έχει το δικό της υπόδειγμα και Ιδέα, εκ των οποίων προήλθε η θεία ψυχή και έπειτα έκαστην το σύστοιχό της πλήθος. Γιατί από το υπόδειγμα της Ηλιακής ψυχής πρώτα προήλθε η ίδια η θεία του Ήλιου ψυχή, δεύτερον όλες οι ηλιακές αγγελικές ψυχές, τρίτον οι δαιμονικές περί των Ήλιο ψυχές, και τελευταίες οι επιμέρους ψυχές. Γιατί όλες γεννήθηκαν με βάση μια Ιδέα, και γι’ αυτό υπάρχει συμπαράταξη των μερών με τα σύνολα, των ακολούθων με τους οδηγούς τους, καθώς η μια νοητική αιτία τους παρέχει την ένωση και την συνέχεια στην πρόοδό τους. Παρομοίως και το υπόδειγμα της Σεληνιακής ψυχής γεννά πρώτα τη θεία της Σελήνης ψυχή, έπειτα την αγγελικής, έπειτα την δαιμονική και έπειτα την επιμέρους, και ολόκληρο τον αριθμό τους τον περιέχει η νοητική μονάδα. Παρομοίως και η Ιδέα της χθόνιας ψυχής δίνει υπόσταση πρώτα στην θεία της γης ψυχή και έπειτα σε όλες τις ψυχές που είναι συγγενικές με αυτή τη μονάδα, είτε πάρεις τις αγγελικές είτε τις δαιμονικές είτε τις επιμέρους. Γιατί όλες έλαβαν υπόσταση από μια Ιδέα, τηρουμένης της αναλογίας. Ίδιος είναι και ο τρόπος στην περίπτωση και των υπολοίπων θείων ψυχών. Γιατί κάθε μία έχει μια ξεχωριστή Ιδέα, ενώ οι τάξεις των συναπόμενων αγγελικών, των δαιμονικών ή των μερικών ψυχών έχουν μετάσχει στην μια Ιδέα. Και όπως ακριβώς εκεί η μια μονάδα των ψυχικών υποδειγμάτων δίνει υπόσταση στη μια ψυχή του Κόσμου, έτσι οι πολλές μονάδες δίνουν υπόσταση στις πολλές ψυχές. Και εκείνη περιέχει ενοειδώς ολόκληρο τον αριθμό των ψυχών, ενώ οι άλλες περιέχουν τα μέτρα των δικών τους σειρών, άλλη το μέτρο της Ηλιακής σειράς, άλλη της Κρόνιας, και άλλης σειράς. Και οι εγκόσμιες ψυχές που εμφανίστηκαν πρώτες από τα μέτρα που υπάρχουν εκεί απλώνουν αυτή τη μία Ιδέα μέχρι τις τελευταίες ψυχές της σειράς τους. Ο δημιουργικός νους, λοιπόν, περιέχει πρωταρχικά τις Ιδέες των θείων ψυχών, τις οποίες γέννησε πρώτες. Καθεμία από αυτές είναι “εν και πλήθος” ταυτόχρονα. Γιατί κάθε μια εξ αυτών περιέχει κατ’ αιτία το πλήθος των ψυχών που υπάγονται σε αυτήν. Και έτσι κάθε μια από τις ψυχές έχει λάβει υπόσταση με βάση το δικό της υπόδειγμα και υπάρχουν πρώτα τα υποδείγματα των θείων ψυχών, στα οποία ενυπάρχουν τα Είδη/Ιδέες των επιμέρους ψυχών. Γι’ αυτό τον λόγο ο Τίμαιος, αφού έδωσε υπόσταση στις θείες ψυχές και αφού γέννησε μετά από αυτές τις επιμέρους ψυχές, ονόμασε τα γένη που συμπληρώνουν τις επιμέρους ψυχές ”υπόλοιπα” των γενών που βρίσκονται μέσα στις θείες ψυχές, και αφού τους έδωσε υπόσταση, τις κατένειμε ισάριθμα στα άστρα. Γιατί ο δημιουργικός νους έχει κάνει τη διανομή τους με βάση τα Είδη/Ιδέες και τους αριθμούς που εμπεριέχει. Γιαυτό τον λόγο συνέδεσε άλλες με τον Ήλιο, άλλες με την Σελήνη και άλλες με άλλο άστρο. Επειδή γέννησε άλλες σύμφωνα με το Ηλιακό Είδος/Ιδέα και άλλες σύμφωνα με το Σεληνιακό Είδος/Ιδέα. Και παρόλο που όλες έχουν γεννηθεί εν αναφορά προς μια Ιδέα και σύμφωνα με μια Ιδέα, δεν έχουν μετάσχει όλες στην Ιδέα με τον ίδιο τρόπο. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι υπάρχει σειρά των Ιδεών, και ότι υπάρχει μια Ιδέα κάθε ψυχής γενικά. Κάθε ψυχή είναι μοναδική και έχει λάβει υπόσταση με βάση ένα δικό της Λόγο. Γιατί η μια ψυχή δεν διαφέρει από την άλλη ως προς την ύλη. Είτε, λοιπόν, δεν θα διαφέρουν σε τίποτα απολύτως είτε ως προς την Ιδέα. Είναι, επίσης, ανάγκη αυτό που παράγει κάθε ψυχή να την παράγει νοώντας, ώστε μέσα σε αυτό που παράγει κάθε ψυχή να προϋπάρχει η νοητή Ιδέα κάθε ψυχής. Αυτά νόησαν και οι Θεολόγοι και λένε ότι άλλα είναι τα καθολικά αίτια των ψυχών, τα οποία γεννούν τις καθολικές σειρές των ψυχών, και άλλα επιμέρους αίτια των ψυχών, μέσα στα οποία προϋπάρχει η διάκριση των ψυχών ως προς την Ιδέα και η διαίρεση των ψυχών στις επονομαζόμενες ατομικές ψυχές.[37]

Δηλ. από την νοητική Ενάδα που έχουμε αποκαλέσει “αυτόάνθρωπο, δια της υφέσεως της Ιδέας προς το μερικό έχει προκύψει ολόκληρος ο αριθμός των εδώ ανθρώπων – απάντων των συμπάντων/τομέων/σφαιρών του Κόσμου. Προέκυψε από την υπόβαση πολλών τάξεων & προόδων και μένει εξαρτημένη από εκείνη τη νοητική Ενάδα την οποία έχουμε αποκαλέσει “αυτόάνθρωπο”, επειδή είναι η πρώτη αιτία και πηγή της σειράς των ανθρώπων. Μέσα στον δημιουργό & πατέρα Πηγαίο Ζευς υπάρχει μια μονάδα των ψυχών μέσα στην οποία έχει συμπεριληφθεί ενιαίως και εκ των προτέρων πας ο των ψυχών αριθμός, όμως υπάρχουν και άλλες ξεχωριστές αιτίες μετά την μία Ιδέα όλων των θεϊκών ψυχών, και οι ψυχές γεννιούνται από εκείνες τις αιτίες με βάση μια εύτακτη πρόοδο και ύφεση, και η κάθοδος φτάνει μέσω των δαιμονικών ψυχών μέχρι της επιμέρους ψυχές. Μέσα στον θείο νου υπάρχει μια υποδειγματική μονάδα όλων των ψυχών, από την οποία προέκυψε το πλήθος των ψυχών και η οποία περιέχει ηνωμένως το μέτρο με το οποίο ορίζεται ο αριθμός όλων των ψυχών. Με αυτή τη μονάδα είναι σύμφυτος ένας δεύτερος αριθμός, διαιρεμένος, ο οποίος περιέχει τα υποδείγματα των θείων ψυχών – μια επταδική μονάδα ή μια επταδοειδής μονάδα. Γιατί κάθε θεία ψυχή έχει το δικό της υπόδειγμα και Ιδέα, εκ των οποίων προήλθε η θεία ψυχή και έπειτα έκαστης το σύστοιχό της πλήθος. Δηλ. η μια μονάδα των ψυχικών υποδειγμάτων δίνει υπόσταση στη μια ψυχή του Κόσμου, έτσι οι πολλές μονάδες δίνουν υπόσταση στις πολλές ψυχές. Επί παραδείγματι από το υπόδειγμα της Ηλιακής, Σεληνιακή, Χθόνιας κτλ. ψυχής πρώτα προήλθε η ίδια η θεία του Ήλιου, της Σελήνης, της Χθόνας κτλ. ψυχή, δεύτερον όλες οι ηλιακές, σεληνιακές, χθόνιες κτλ. αγγελικές ψυχές, τρίτον οι δαιμονικές περί των Ήλιο, την Σελήνη, την Χθόνα κτλ. ψυχές, τέταρτον οι ηρωικές περί των Ήλιο, την Σελήνη, την Χθόνα κτλ. ψυχές και τελευταίες οι επιμέρους περί των Ήλιο, την Σελήνη, την Χθόνα κτλ. ψυχές. Ο δημιουργικός νους δηλ. περιέχει πρωταρχικά τα Είδη/Ιδέες των θείων ψυχών, τις οποίες γέννησε πρώτες. Καθεμία από αυτές είναι “εν και πλήθος” ταυτόχρονα. Γιατί κάθε μια εξ αυτών περιέχει κατ’ αιτία το πλήθος των ψυχών που υπάγονται σε αυτήν. Και έτσι κάθε μια από τις ψυχές έχει λάβει υπόσταση με βάση το δικό της υπόδειγμα και υπάρχουν πρώτα τα υποδείγματα των 7 θείων ψυχών, στα οποία ενυπάρχουν τα Είδη/Ιδέες των επιμέρους θείων ψυχών των 7 σφαιρών/τομέων/συμπάντων του Κόσμου. Γι’ αυτό τον λόγο ο Τίμαιος, αφού έδωσε υπόσταση στις θείες ψυχές των 7 σφαιρών/τομέων/συμπάντων του Κόσμου και αφού γέννησε μετά από αυτές τις επιμέρους ψυχές, ονόμασε τα γένη που συμπληρώνουν τις επιμέρους ψυχές ”υπόλοιπα” των γενών που βρίσκονται μέσα στις θείες ψυχές, και αφού τους έδωσε υπόσταση, τις κατένειμε ισάριθμα στα άστρα. Γιατί ο δημιουργικός νοητικός νους ή Πηγαίος Ζεύς-Ζήνας έχει κάνει τη διανομή τους με βάση τα Είδη/Ιδέες και τους αριθμούς που εμπεριέχει. Γι’ αυτό τον λόγο συνέδεσε άλλες με τον Ήλιο, άλλες με την Σελήνη και άλλες με άλλο άστρο. Επειδή γέννησε άλλες σύμφωνα με το Ηλιακό Είδος/Ιδέα, άλλες σύμφωνα με το Σεληνιακό Είδος/Ιδέα κτλ. Και παρόλο που όλες έχουν γεννηθεί εν αναφορά προς μια Ιδέα και σύμφωνα με μια Ιδέα, δεν έχουν μετάσχει όλες στην Ιδέα με τον ίδιο τρόπο. Δηλ. υπάρχει σειρά των Ιδεών, και υπάρχει μια Ιδέα κάθε ψυχής γενικά και κάθε ψυχή είναι μοναδική και έχει λάβει υπόσταση με βάση ένα δικό της Λόγο. Τουτέστιν η αιτία που γεννά & δημιουργεί  κάθε ψυχή την παράγει νοώντας, ώστε μέσα στην αιτία που γεννά και δημιουργεί κάθε ψυχή προϋπάρχει η νοητή Ιδέα κάθε ψυχής. Δηλ. άλλα είναι τα καθολικά αίτια των ψυχών, τα οποία γεννούν τις καθολικές σειρές των ψυχών, και άλλα τα επιμέρους αίτια των ψυχών, μέσα στα οποία προϋπάρχει η διάκριση των ψυχών ως προς την Ιδέα και η διαίρεση των ψυχών στις επονομαζόμενες ατομικές ψυχές. Το μεν καθολικό αίτιο των ψυχών που γεννά και δημιουργεί τις καθολικές σειρές των ψυχών είναι ο νοητικός νους  ή Πηγαίος Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας, ενώ το μερικό αίτιο των ψυχών, μέσα στο οποία προϋπάρχει η διάκριση των ψυχών ως προς την Ιδέα και η διαίρεση των ψυχών στις επονομαζόμενες ατομικές ψυχές, είναι ο υπερκόσμιος & μεθεκτός νους του Κόσμου ή αλλιώς ο ορφικώς λεγόμενος Ζαγρέας Διόνυσος. Δηλαδή ο Ζαγρέας Διόνυσος, ο υπερκόσμιος & μεθεκτός του Κόσμου νους, όντας ο δημιουργός της 2ης δημιουργίας, «μερίζει/τεμαχίζει», προάγει δηλ., την δημιουργία των 7 υποδειγμάτων που ενυπάρχουν στον της μιας ιδέας όλων των ψυχών/ζωών ενυπάρχοντα – εκ της Πηγαίας Ρέας – στον Πατέρα Ζεύς σύμφυτο αριθμό, στην Υπερκόσμια Ήρα, στη βασιλική ψυχή του Διός ή αλλιώς στον ψυχογονικό Κρατήρα το πλατωνικού «Τίμαιου», και παράγει τόσο τους ανθρώπους της κάθε σφαίρας τους χθόνιους, σεληνιακούς, ηλιακούς κτλ.αλλά και τα αντίστοιχα τους κρείττονα γένη – ήτοι χθόνιες, σεληνιακές, ηλιακές κτλ. Χορείες Αρχαγγέλων, Αγγέλων, Δαιμόνων και Ηρώων. Εξ ου και ο Διόνυσος επιτελεί άθλους λόγω της Ήρας. Με βάση αυτή την πρόοδο ο Ζαγρέας Διόνυσος διαιρεί και τους μεθεκτούς νόες από τον Πατήρ Πηγαίο Ζεύς, έτσι ώστε να υπάρχει πρόοδος σε όλα αισθητά, ψυχικά και νοητικά και η δημιουργία να φτάσει στον έσχατο μερισμό και να γίνει τέλειος ο Κόσμος : τέλειο σύνολο αποτελούμενο τέλεια σύνολα, τέλεια σύνολα από τέλεια μέρη, τέλεια μέρη από τέλεια σύνολα και τέλος τέλεια μέρη.

Γιατί : τον πρώτο Θεό, που τον θεωρούμε ίδιον με το σύμπαν – διότι ο Πηγαίος/νοητικός & Κοσμαγός Ζευς είναι ο πας Κόσμος, ζώον που έχει όλα τα ζώα, Θεός που έχει όλους τους θεούς

άλλωστε η έννοια “Σύμπαν” δηλώνει τους σωματικούς όγκους, τις συνολικές σφαίρες και τα συμπληρώματα καθεμίας, τις ζωτικές & νοητικές δυνάμεις που επιβαίνουν στους όγκους, και περιλαμβάνει ασφαλώς και όλους τους ίδιους τους εγκόσμιους θεούς και την καθολική θεότητα του Κόσμου, από την οποία προέρχεται ο αριθμός των εγκόσμιων Θεών. Η μία θεότητα, δηλ., και ο ένας νους και η θεία ψυχή και ο συνολικός όγκος μετά του συζυγούντως θείου, νοητικού, ψυχικού & σωματικού αριθμού – γιατί έκαστην μονάδα έχει σύστοιχο πλήθος – ας εννοηθούν με το έννοια “σύμπαν”. Γιατί όλα αυτά σημαίνει το “σύμπαν”[38],

ο Πηγαίος/νοητικός & Κοσμαγός Ζεύς συμφώνως με τον νου από τον οποίο προέρχονται τα πάντα δημιουργεί δια των νοημάτων[39] αυτός που είναι αφανής & κρυμμένος όταν τον προσκαλούμε και τον παρακαλούμε να γίνει εμφανής και να φανερωθεί – τον ονομάζουμε Αμούν, γιατί ο  δημιουργικός νους και προστάτης της Αλήθειας και της Σοφίας, ερχόμενος επί την γένεσιν, και την αφανή των κεκρυμμένων Λόγων δύναμη στο φως άγει, λέγεται Αμούν.[40]

Και : ο δημιουργικός νους και προστάτης της αλήθειας και της σοφίας, αυτός που ερχόμενος επί την γένεσιν, και την αφανή των κεκρυμμένων Λόγων δύναμη στο φως άγει, λέγεται Αμούν στην γλώσσα των Αιγυπτίων, και Ζευς στην γλώσσα των Ελλήνων.[41]

Τουτέστιν : Ο στην γλώσσα των Αιγυπτίων Αμούν, και Ζευς στην γλώσσα των Ελλήνων, είναι ο είς δημιουργός και ο καθολικός Κόσμος ων νοητικός και πολυδύναμος που με διαφορετικές δυνάμεις διαφορετικά δημιουργεί όντα ενώ ταυτόχρονα είναι ο είς Πατήρ των πάντων.[42]

Και όρα την των Ελλήνων σοφία : ο Ζευς είναι ο νους του Κόσμου για τους Έλληνες, ο οποίος τα εν αυτώ δημιούργησε έχων τον Κόσμο. Στις θεολογίες αυτά περί αυτού παρέδωσαν οι τα του Ορφέως λέγοντες : ο Ζευς γένετο πρώτος, ο Ζεύς είναι ο ύστατος άρχων των κεραυνών, ο Ζεύς είναι η κεφαλή, ο Ζεύς τα μέσα, εκ του Διός τα πάντα δημιουργήθηκαν. Ο Ζεύς γεννήθηκε αρσενικός, ο Ζεύς υπήρξε άμβροτος νύμφη. Ο Ζεύς είναι ο πυθμένας της γαίας και του αστερόεντος ουρανού, ο Ζεύς είναι η πνοή των ανέμων, ο Ζεύς είναι η ορμή του ακάματος πυρός. Ο Ζεύς είναι η ρίζα του πόντου, ο Ζεύς είναι ήλιος & σελήνη, ο Ζευς είναι βασιλεύς, ο Ζεύς είναι ό ίδιος απάντων αρχιγένελθος. Ένα κράτος, ένας δαίμονας έγινε, των πάντων μέγας αρχός, ένα δέμας βασιλικό, μέσα στο οποίο τα πάντα κάνουν κύκλους, είναι πυρ και γαία και αιθήρ, και νυξ και ήμαρ, και Μήτις ο πρώτος γενέτωρ και Έρως πολυτερπής. Γιατί όλα αυτά βρίσκονται στο μεγάλο σώμα του Διός. Αυτού η κεφαλή και τα όμορφα πρόσωπα είναι ο αιγληείς ουρανός – ήτοι το μονοειδές εμπύριο σύμπαν/τομέας του Κόσμου, γύρω από τον οποίο αιωρούνται οι χρυσές περικαλέες κόμες των μαρμαρέων άστρων, και από τα δύο μέρη του δυο χρυσά ταυρέα κέρατα, και η ανατολή και η δύση και η οδοί των “ουρανιώνων θεών”, και όμματά του είναι ο ήλιος και η απέναντι σελήνη. Και νους αψευδής, βασιλικός, ο αύθιτος αιθήρ, μέσω του οποίου τα πάντα ακούει & φράζεται. Και δεν υπάρχει καμία αυδή, ούτε ενοπή, ούτε κτύπος, ούτε όσσα που να διαφεύγει την ακοή του Διός του υπερμενέος Κρονίονως. Έτσι λοιπόν είναι η αθάνατη κεφαλή του και το νόημα του. Το σώμα του είναι περιφεγγές, άπειρο, αστυφέλικτο, άτρομο, οβριμόγυιον, υπερμενές, όπως τέτυκται. Οι μεν ώμοι, τα στέρνα και τα ευρέα στέρνα του Θεού, είναι ο ευρίβιος Αήρ. Πτέριγες εξεφύοντο με τις οποίες πετά πάνω από τα πάντα. Έχει ιερή νηδύ την γαία, την παμήτωρα των ορέων και των υψηλών καρήνων. Ενώ στην μέση έχει ζώνη το βαρύηχο οίδμα της θάλασσας και του πόντου. Και η πυμάτη βάση του είναι οι ρίζες εντός της χθόνας δηλαδή τα ευρόεντα τάρταρα και τα έσχατα πείρατα της γης. Αφού αμέσως απέκρυψε τα πάντα σε φάος πολυγηθές, έμελλε να τα προφέρει από την καρδιά του, ρέζοντας θέσκελα έργα.[43]

Δηλ. : παρά των Ελλήνων Ζευς καλείται ο δημιουργός του αισθητού Κόσμου, αυτός παρά των Αιγυπτίων καλείται Άμμων και φέρνει τα πάντα από του αφανούς στο εμφανές.[44]

Τουτέστιν ο Πατήρ των όλων και των φώτων Πηγαίος Ζεύς σε άπαντες τους ανθρώπους, απάντων των σφαιρών-τομέων-συμπάντων Κόσμου, έχει δώσει Φλόγες. Όμως ο άνθρωπο που ερίζει & διχοστατεί εκτός του, διχοστατεί & ερίζει άμα και εντός του άμα και άνωθεν άμα και ύπερθεν αυτού. Και τότε διασπάται και δεν δύναται να είναι όλος άνωθεν άμα και όλος κάτωθεν! Διότι διασπά την ενότητα & πρόοδο του Νοός-νοητών-ουσίας.

Βέβαια : η άλογη ψυχή είναι ένδυμα-σώμα του νοός ή λογικής ψυχής και το πνεύμα ένδυμα-σώμα της αλόγου ψυχής. Η σύνθεση αυτών των ενδυμάτων τούτων γίνεται εν σώματι γήινο. Γιατί είναι αδύνατον ο νους ή λογική ψυχή να εδραιωθεί γυμνός εν τω σώματι, αλλά ούτε το γήινο σώμα είναι δυνατόν να φέρει τόσο μεγάλη αθανασία ούτε να σηκώσει τόσο μεγάλη αρετή, φέρνοντας τη σε επαφή με το σώμα που υπόκειται σε πάθη. Πήρε λοιπόν σαν περίβολο την άλογη ψυχή και η άλογη ψυχή, η οποία και η ίδια είναι θεία, χρησιμοποιεί σαν υπηρέτη το πνεύμα διοικεί το ζώο.[45]

Όμως : ο νους είναι 2η πρόοδός του Πατρός Διός η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω της ταυτότητας. Η λογική & αΐδια ψυχή, όμως, είναι η πρώτη εικόνα του Πατρός, επειδή είναι και η πρώτη μέσα στα γεννημένα όντα.[46]

Δηλ. : Οι άνθρωποι είμαστε λογικές ψυχές και νόες.[47]

Καθώς : η λογική & αΐδια ψυχή έχοντας συμφυές σώμα παρά του δημιουργού οδηγήθηκε στο Είναι, ώστε αυτή να μην είναι το συμφυές σώμα της αλλά ούτε να υπάρχει χωρίς αυτό, αλλά η ίδια να είναι ασώματη και ολόκληρο το είδος της να περατώνεται σε ένα συμφυές σώμα.[48]

Δηλ. : κάθε άνθρωπος είναι λογική ψυχή μετά συμφυούς αθανάτου σώματος, και αυτό ήταν των Πυθαγορείων δόγμα, το οποίο αποκάλυψε αργότερα ο Πλάτωνας, παρομοιάζοντας κάθε ψυχή, θεία & ανθρώπινη, με την ενωμένη δύναμη ενός υπόπτερου ζεύγους ίππων και του ηνιόχου.[49]

Τουτέστιν : Το δε άυλο σώμα είναι ένα είδος ζωής που γεννά την ένυλη ζωή, από την οποία συμπληρώνεται ο θνητός άνθρωπος, που αποτελείται από την άλογη ζωή και το υλικό σώμα, και αποτελεί είδωλο (ο θνητός άνθρωπος), του άυλου ανθρώπου που έχει συσταθεί από λογική/μαθηματική ουσία και άυλο σώμα.[50]

Εξ ου και  : άνθρωπος είναι μια ψυχή αθάνατη η οποία χρησιμοποιεί αθάνατο σώμα. Αυτόν τον άνθρωπο, μάλιστα, πρέπει να τον διαχωρίσουμε από καθετί θνητό, προκειμένου να γίνει αυτός που ήταν πριν την πτώση εν τη γενέσει.[51]

Συγκρατούμε ότι :

  • κάθε άνθρωπος είναι λογική & αΐδια ψυχή/ουσία μετά συμφυούς αθανάτου σώματος.
  • το άυλο σώμα ή αυγοειδές ή αιθερικό σώμα είναι ένα είδος ζωής που γεννά την ένυλη ζωή, από την οποία συμπληρώνεται ο θνητός άνθρωπος.

Δηλαδή έχουμε :

  • σύμφυτο στην λογική & αΐδιά ψυχή άυλο αυγοειδές σώμα = άυλη ζωή που παράγει την ένυλη/άλογη ζωή.
  • Θνητός υλικός άνθρωπος = άλογη/ένυλη ζωή + υλικό/οστρέινο/γήινο σώμα.
  • Αΐδιος άυλος/καθαυτό άνθρωπος = λογική ψυχή/ουσία + αυγοειδές σώμα.

Δηλ. : ο άνθρωπος είναι ένας «μικρός Κόσμος» και υπάρχουν μέσα σε αυτόν κατά τρόπο μερικό όλα όσα υπάρχου μέσα στον Κόσμο κατά τρόπο θείο και καθολικό. Γιατί υπάρχει μέσα μας ο νους κατ’ ενέργεια και ψυχή λογική, η οποία προήλθε από τον ίδιο πατέρα και την ίδια ζωοποιό θεά με την καθολική ψυχή, και όχημα αιθέριο ανάλογο  με τον ουρανό, και σώμα γήινο συγκροτημένο από την ανάμειξη των 4ων στοιχείων με τα οποία είναι σύστοιχο.[52]

Τουτέστιν : Ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος, γιατί έχει και ο άνθρωπος νου, λογική και σώμα θείο και θνητό, όπως έχει και το σύμπαν, και έχει διαιρεθεί κατά αναλογία προς το σύμπαν. Για αυτό και μερικοί συνηθίζουν να λένε ότι το νοητικό του μέρος αντιστοιχεί στην σφαίρα των απλανών, το θεωρητικό μέρος της λογικής στον Κρόνο, το πολιτικό της μέρος στον Ζεύς, και από το άλογο μέρος το θυμοειδές στον Άρη, το φωνητικό στον Ερμή, το επιθυμητικό στην Αφροδίτη, το αισθητικό στον Ήλιο, το φυτικό στην Σελήνη, και, τέλος, το αυγοειδές όχημα στον ουρανό και το θνητό σώμα στην υποσελήνια περιοχή.[53]

Κατά την έννοια ότι : η έννοια Σύμπαν” δηλώνει τους σωματικούς όγκους, τις συνολικές σφαίρες και τα συμπληρώματα καθεμίας, τις ζωτικές & νοητικές δυνάμεις που επιβαίνουν στους όγκους, και περιλαμβάνει ασφαλώς και όλους τους ίδιους τους εγκόσμιους θεούς και την καθολική θεότητα του Κόσμου, από την οποία προέρχεται ο αριθμός των εγκόσμιων Θεών. Η μία θεότητα, λοιπόν, και ο ένας νους και η θεία ψυχή και ο συνολικός όγκος μετά του συζυγούντως θείου, νοητικού, ψυχικού & σωματικού αριθμού – γιατί έκαστην μονάδα έχει σύστοιχο πλήθος – ας εννοηθούν με το έννοια “σύμπαν”. Γιατί όλα αυτά σημαίνει το “σύμπαν”.[54]

Εν ολίγοις : πρώτος είναι ο θεός, δεύτερος ο Κόσμος, τρίτος ο άνθρωπος. Το σύμπαν για τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος για τον θεό.[55]

Τουτέστιν ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος κατά την έννοια ότι έχει και ο άνθρωπος νου, λογική ψυχή και σώμα θείο και θνητό, όπως έχει και το σύμπαν, και έχει διαιρεθεί κατά αναλογία προς το σύμπαν. Και το νοητικό μέρος του ανθρώπου αντιστοιχεί στην σφαίρα των απλανών, – εξ ου και λέμε ότι αν βλέποντες & κατανοούντες τις περιφορές του Νοός στον ουρανό δυνάμεθα να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα των τεταραγμένων περιφορών της δικής μας διανοήσεως, αφού είναι συγγενείς με εκείνες τις αδιαταράκτου. Αφού δε, κατανοήσουμε καλώς εκείνες και μετάσχωμεν της φυσικής ορθότητος των συλλογισμών του εν ουρανώ νοός, να σταθεροποιήσουμε τις εντός μας αστάτους περιφορές, μιμούμενοι τις εν ουρανώ θείες που είναι τελείως απλανείς, κατά την ένοια ότι δια κάθε άνθρωπο ένας είναι ο τρόπος θεραπείας : να αποδίδει σε κάθε μέρος του τις τροφές και τις κινήσεις που του ανήκουν. Προς το εν ημίν θείο – τον Νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος, – το θεωρητικό μέρος της λογικής στον αστέρα του Κρόνου, το πολιτικό της μέρος στον αστέρα του Διός, και από το άλογο μέρος το θυμοειδές στον αστέρα του Άρεως, το φωνητικό στον αστέρα του Ερμού, το επιθυμητικό στον αστέρα της Αφροδίτης, το αισθητικό στον Ήλιο, το φυτικό στην Σελήνη, και, τέλος, το αυγοειδές όχημα την λογικής ψυχής αντιστοιχεί στον ουρανό και το θνητό σώμα στην υποσελήνια περιοχή.

Δηλ.: οι λογικές & αΐδιες ψυχές είμαστε εικόνες του Θεού ως προς την νοητική κίνησή μας.[56]

Όμως :  το της ψυχής βάθος είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα (δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και μεν επιθυμητικό είναι πολυκέφαλο θηρίο, το δε θυμοειδές είναι λεοντώδης, ενώ ο Λόγος είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτό-άνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής, άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς. Κατέχουμε τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, μέσα στην ψυχή ανεπτυγμένα και χωρισμένα, και μέσα στον νου όλα μαζί. Και άλλος είναι ο κατά μέθεξη νους, που δικαιότερο είναι να τον αποκαλούμε νοητική φώτιση, και άλλος ο ουσιώδης. Κατά μέθεξη νους είναι αυτός τον οποίο έχει η ψυχή και ο οποίος αποτελεί κατοχή όλων των αγαθών που κατέρχονται στην ψυχή από τον νου. Και ο ουσιώδης νους είναι δυο ειδών, ένας αμέθεκτος και ένας άλλος μεθεκτός που τον καλούμε μερικό νου. Και έχουμε αυτόν τον νου όλοι από κοινού και καθένας χωριστά στον βαθμό που καθένας τον έχει ολόκληρο. Και τα ψυχικά Είδη συμπληρώνουν την ουσία μας, ενώ τα νοητικά μας συμπληρώνουν και μας κοσμούν. Και τα νοητικά Είδη είναι ενωμένα, ενώ τα ψυχικά Είδη είναι διαιρεμένα. Έχουμε όμως και τον Θεό ως αυτόν που επιβαίνει στην νοητή Φύση.[57]

Δηλ. : ο άνθρωπος ταυτίζεται με την λογική ψυχή και, όταν συλλογιζόμαστε, είμαστε αληθινά εμείς, επειδή οι λογισμοί είναι ενέργειες της ψυχής. Πως σχετιζόμαστε με τον νου ; Ονομάζω νου όχι την έξη που έχει η λογική ψυχή λόγω αυτού αλλά τον ίδιο τον νου. Αλλά ακόμα και ο νους που κατέχουμε είναι υπεράνω ημών. Τον κατέχουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Από κοινού, επειδή είναι ένας και αδιαίρετος και παντού ο ίδιος. Ο καθένας ξεχωριστά, επειδή ο καθένας τον κατέχει ολόκληρο στην λογική ψυχή. Έχουμε επίσης και Είδη με δύο τρόπους, στην ψυχή ανεπτυγμένα και η ξεχωριστά και στον νου όλα μαζί. Τον Θεό πως ; Ως μια αρχή η οποία ίπταται πάνω από την νοητή Φύση και από την όντως ουσία, ενώ εμείς είμαστε στην τρίτη θέση.[58]

Και : ο εν ημίν νους είναι Διονυσιακός και όντως άγαλμα του Διονύσου. Όποιος λοιπόν πλημμελή απέναντί του και διασπά την αμέριστη φύση του Τιτανικώς δια του πολυσχιδούς ψεύδους, αυτός είναι φανερό ότι αμαρτάνει προς τον Διόνυσο, περισσότερο από ότι αυτοί που πλημμελούν στα εκτός του Θεού αγάλματα, καθόσον ο νους είναι συγγενικός προς το θεό περισσότερο από όλα.[59]

Τουτέστιν άπαντες οι άνθρωποι, όντας νόες και λογικές ψυχές, οικοδομούνται σε έναν ναό, τον Νου & Λόγο του Πατρός Πηγαίου Διός, στον υπερκόσμιο & μεθεκτό νου του Κόσμου, τον οποίο στον βαθμό που τον κατέχουμε όλες οι λογικές & αΐδιες ψυχές από κοινού – απάντων των σφαιρών, ήτοι ηλιακές, σεληνιακές, χθόνιες κτλ. απάντων των τομέων/συμπάντων του Κόσμου – ονομάζεται Κύριος Κύριος Βασιλέας Διόνυσος Ζαγρέας ή Σίβα και στον βαθμό που τον κατέχουμε ο καθείς ξεχωριστά ονομάζεται Εμμανουήλ ή Άτμα, ήτοι εν ημίν Θεός.

Δηλ. o Νους του Κόσμου ή Κύριος Κύριος Βασιλέας Διόνυσος ή Σίβα είναι όλος άνωθεν άμα και όλος κάτωθεν ή εν ημίν.

Εν ολίγοις άνθρωπος, η λογική & αΐδια ψυχή μετά του σύμφυτου αυγοειδούς σώματος και του γήινου σώματος, είναι ναός εντός του οποίου κατοικεί ο ύπερθεν και άνωθεν ημών & υμών αλλά εν ημίν Θεός, ήτοι ο νους του Κόσμου, που στον βαθμό που τον έχουμε από κοινού άπασες οι λογικές ψυχές ονομάζεται Κύριος Κύριος Βασιλέας Διόνυσος Ζαγρέας ή Σίβα και στον βαθμό που τον έχουμε η κάθε λογική ψυχή ξεχωριστά ονομάζεται Εμμανουήλ ή Άτμα, ήτοι εν ημίν Θεός.

Εξ ου και ο Απόστολο Παύλος για τους ανθρώπους, ήτοι για τις λογικές & αΐδιες ψυχές, είπε :

  • ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν [60]
  • τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ [61]

Τουτέστιν : ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος [62], και ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν [63], εξ ου και λέχθηκε : δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.[64]

Κατά την έννοια ότι  : Ο Θεός ποιεί Αιώνα, ο Αιών δε τον Κόσμο, ο Κόσμος τον χρόνο, ο χρόνος την γένεσιν. Του δε θεού είναι σαν ουσία το αγαθό, το καλό, η ευδαιμονία και η σοφία. Του δε αιώνος η ταυτότητα. Του δε Κόσμου η τάξις. Του δε χρόνου η μεταβολή, της δε γενέσεως η ζωή και ο θάνατος. Ενέργεια δε του Θεού είναι ο νους και η ψυχή. Του δε αιώνα η διαμονή και η αθανασία. Του δε Κόσμου η αποκατάσταση και η ανταποκατάσταση. Του δε χρόνου η αύξηση και η μείωση. Της δε γενέσεως η ποιότητα και η ποσότητα. Ο αιών λοιπόν είναι εν τω θεώ, ο δε Κόσμος εν τω αιώνι, ο δε χρόνος εν τω Κόσμω, η δε γένεσις εν τω χρόνω. Και ο μεν αιών εδραιώθηκε περί τον Θεό, ο δε Κόσμος κινείται εν τω αιώνι, ο δε χρόνος περατούται εν τω Κόσμω, η δε γένεσις γίνεται εν τω χρόνω. Πηγή μεν πάντων ο θεός, ουσία δε ο αιών, ύλη ο Κόσμος, δύναμις δε του θεού ο αιών, έργο δε του αιώνος ο Κόσμος, γενόμενος ουδέποτε και αεί γινόμενος υπο του αιώνος. Γι’ αυτό ούτε θα φθαρθεί ποτέ (γιατί ο αιών είναι άφθαρτος) ουδέ θα χαθεί κάτι των εν τω Κόσμω, του Κόσμου υπό του αιώνος εμπεριεχομένου.[65]

Μάλιστα : αυτός ο παμμέγας Κόσμος είναι ένας και πολλά. Πολλά όχι μόνο ως προς το σώμα (το οποίο έχει από τη σύστασή του τόση διαφοροποίηση όση έχει το αιώνιο προς το φθαρτό, το αύλο προς το υλικό, το από μόνο του ζωντανό από το μη ζωντανό) αλλά και ως προς τις ασώματες ζωές μέσα του. Γιατί μέσα του υπάρχουν Θεοί, Δαίμονες, άνθρωποι, ζώα, φυτά και ο της ζωής διάκοσμος, ο οποίος υπάρχει πριν από τον ορατό και είναι ποικίλος. Ο Κόσμος πάλι είναι ένας λόγω της σωματικής αρμονίας, λόγω της φυσικής ομοιοπάθειας, λόγω της χορηγίας της μίας ζωής από την καθολική ψυχή, λόγω του ενός νοητικού συνδέσμου. Γιατί από όλα αυτά υπάρχει μια σύμπνοια, μια ζωή και μια ακατάλυτη τακτοποίηση του Κόσμου, η οποία προήλθε από τον νου.[66]

Μάλιστα : Καθώς είναι αυτουργός, αεί είναι εν τω έργω, αυτός ων ο ποιεί. Γιατί αν χωρισθεί από αυτό, είναι ανάγκη τα πάντα να καταρεύσουν, τα πάντα να πεθάνουν, καθώς δεν θα υπάρχει ζωή. Αν όμως τα πάντα είναι ζώα, και μια είναι η ζωή, άρα είς είναι και ο Θεός. Και πάλι αν τα πάντα είναι ζώα, και τα εν ουρανώ και τα εν τη γη, και μια δε κατά πάντων η ζωη, υπο του θεού γίνεται, και αυτή είναι Θεός. Υπο του θεού άρα γίνονται τα πάντα, και η ζωή είναι ένωση νοός και ψυχής. Ο θάνατος δεν είναι απώλεια των συναχθέντων, αλλά διάλυση της ενώσεως. Είναι λοιπόν εικόνα του Θεού ο αιών, του δε αιώνος είναι ο Κόσμος, του δε Κόσμου εικόνα είναι ο Ήλιος, του δε Ήλιου εικόνα είναι ο άνθρωπος. Την δε μεταβολή θάνατο την λένε, λόγω ότι το σώμα διαλύεται, η δε ζωή στο αφανές χωρεί.[67]

Άλλωστε ο Πλάτων στον Τίμαιο λέγει :

Λογισάμενος, λοιπόν, ο Θεός βρήκε ότι ουδέν ανόητον όλον θα είναι ποτέ κάλλιον έργο από τον νουν έχω όλο, και ότι είναι αδύνατον να παραγίνει σε κάτι νους χωρίς ψυχή. Με αυτόν τον λογισμό συνέστησε νου μέσα στην ψυχή και ψυχή μέσα στο σώμα και συνέκτηζε το σύμπαν, το απεργαζόταν ώστε το έργο του να είναι ότι κάλλιστον κατά φύσιν και άριστο. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν κατά τον εικότα λόγο πρέπει να πούμε ότι αυτός ο Κόσμος είναι ζώον έμψυχο και ένους εν τη αληθεία που γεννήθηκε δια την πρόνοια του Θεού.[68]

Μάλιστα : ο δημιουργός συνέστησε τούτο το σύμπαν “ζώον έμψυχο & έννουν[69], θεωρώντας το έμψυχο ωραιότερο από το άψυχο, και το νοητικό από το ανόητο. Υπάρχει, λοιπόν, μέσα στο σύμπαν σωματική ζωή, στον βαθμό που το σύμπαν είναι ζώον. Γιατί έγινε “ζώο, αφού δέθηκε με έμψυχους δεσμούς[70]. Αλλά η ίδια η ψυχή του δεν έχει αναμιχθεί με το σώμα του. Γιατί αυτό το απέρριψε και ο Σωκράτης στον “Φαίδρο”. Υπάρχει, επίσης, στο σύμπαν και θεία ψυχή, καθ’ ην έμψυχο το σύμπαν, καθώς έχει μια σύμφυτη ζωή, έχει όμως και μια χωριστή. Υπάρχει και νους αύλος & θείος εν αυτώ. Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτός ο νους είναι ο ουσιώδης νους και όχι ο νους που αποτελεί έξη της ψυχής. Γιατί σε εκείνον, στην έξη, δεν δίνει υπόσταση ο δημιουργός αλλά η ψυχή του σύμπαντος κατά τον χορό της γύρω από το νοητό, όπως λέει ο Πλάτων. Επομένως, το σύμπαν έχει τριπλή ζωή, μια σωματοειδή, μια ψυχική και μια νοητική. Και η νοητική ζωή του Κόσμου είναι αδιαίρετη, επειδή είναι αιώνια, επειδή συμπεριέλαβε όλο μαζί το νοητό, επειδή είναι ακίνητη και επειδή είναι ενωμένη λόγω της κορυφαίας υπεροχής της από τα κατώτερα. Η σωματοειδής ζωή του Κόσμου είναι διαιρεμένη, επειδή προχωρά μέσα στους όγκους των σωμάτων και ανακατεύεται με το σώμα και βυθίζεται στα υποστρώματα. Η ψυχική ζωή του Κόσμου είναι ενδιάμεση : υπερέχει από το σωματικό επειδή είναι ανεξάρτητη από το σώμα, επειδή “καλύπτει γύρω-γύρω απέξω[71] τον όγκο του σώματος του, όπως λέει ο Πλάτων, επειδή ανυψώνεται προς τον νου. Και, από την άλλη, υπολείπεται, του νοός, επειδή νοεί μέσα κατά χρόνο, επειδή αναπτύσσει την αδιαιρεότητα της νοητικής ζωής και επειδή έρχεται κάπως σε επαφή με το σώμα.[72]

Δηλ. ο Αιών είναι εικόνα του Νοός-θεού/Πατρός, του Πηγαίου Διός, και ο Κόσμος είναι εικόνα του Αιώνα, και ο Ήλιος εικόνα του Κόσμου, και ο άνθρωπος εικόνα του Ηλίου.

Τουτέστιν : πρώτος είναι ο Θεός-Πατήρ, δεύτερος ο Κόσμος, τρίτος ο άνθρωπος. Το σύμπαν για τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος για τον θεό-Πατήρ.[73]

Εν ολίγοις :  Ο Θεός-Πατήρ περί πάντα και δια πάντων, ο δε νους περί την ψυχή. Έκαστο των νοητών είναι ουσία, ουσία αυτών είναι η ταυτότητα. Των δε του σύμπαντος σωμάτων έκαστον πολλά είναι. Γιατί τα σύνθετα σώματα έχοντας την ταυτότητα κατά την μεταβολή ποιούν την μεταβολή το ένα στο άλλο σώζοντας αεί την αφθαρσία της ταυτότητας. Σε όλα τα σύνθετα σώματα υπάρχει ο αριθμός εκάστου. Γιατί δίχως τον αριθμό είναι αδύνατον να γίνει σύσταση ή σύνθεση ή διάλυση. Οι Ενάδες γενούν και αυξάνουν τον αριθμό, και όταν διαλύεται τον δέχονται πάλι μέσα στον εαυτό τους. Και η ύλη είναι μία. Και ο σύμπας Κόσμος είναι ο μέγας Θεός και εικόνα του μείζονος Θεού, εικόνα του Αιώνα, και ενωμένος με εκείνον και σώζοντας μαζί του την τάξη και την βούληση του Πατρός Πηγαίου Διός είναι πλήρωμα της ζωής και δεν υπάρχει τίποτα μέσα σε αυτόν δια παντός του αιώνος της πατρώας αποκαταστάσεως, ούτε από το σύμπανπαν ούτε από τα κατά μέρος, το οποίο να μην ζει. Γιατί κανένα δεν έχει γίνει ούτε είναι ούτε θα είναι νεκρό μέσα στον σύμπαντα Κόσμο. Γιατί ο Πηγαίος Πατήρ Ζεύς, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμούν, θέλησε αυτό που συνέστησε, τον σύμπαντα Κόσμο, να είναι ζώον. Γι’ αυτό και Θεός είναι ο Κόσμος. Και για αυτό δεν είναι δυνατόν, εν τω Θεώ, εν τη του σύμπαντος εικόνα, εν τω της ζωής πλήρωμα, να υπάρχουν νεκρά. Γιατί η νεκρότης είναι φθορά, η δε φθορά απώλεια. Δεν γίνεται όμως να φθαρθεί το άφθαρτο ή να απολεσθεί κάτου του Θεού.[74]

 Δηλ. Εν τω Παν, Εν το Παν, Παν εν τω Εν.

Εξ ου και ο Απόστολος Παύλος στους εν Αθήναι Επικούρειους και Στωικούς λέγει :

Πράξ. 17:24 – 17:28 ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα· ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν, ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ’ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν.

Κατά την έννοια ότι ο Θεός και Πατήρ και Δημιουργός είναι ο των όλων δεσπότης και ποιητής και πατήρ και περίβολος, ο πάντα όντα τον ένα, και ένα όντα τον πάντα. Γιατί το πλήρωμα εν είναι και εν ένι, όχι δευτερούντος του ενός, αλλά αμφοτέρων ενός όντος. Και αν κάποιος επιχειρήσει να χωρίσει από το εν αυτόν που δοκείται ότι είναι και ταυτό, αφού δεχθεί την προσηγορία των πάντων επι πλήθους και όχι επι πληρώματος, το οποίο είναι αδύνατον, επειδή θα λύσει το παν από το Εν, θα απωλέσει το παν. Γιατί τα πάντα πρέπει να είναι Εν, και είναι όταν είναι Εν, και παύει ποτέ να είναι Εν, για να μην λυθεί το πλήρωμα.[75]

Εν ολίγοις : Ο Θεός-Πατήρ ειναι τα πάντα και δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Γιατί Αυτός είναι παν το γιγνόμενο, Αυτός το μη γιγνόμενο, νους μεν, νοούμενος, Πατήρ δε, δημιουργών, Θεός δε, ενεργών, αγαθός δε, και τα πάντα ποιών. Ουσία του το κυείν πάντα και ποιείν και, όπως χωρίς του ποιούντος αδύνατον είναι να γεννηθεί κάτι, έτσι και Τούτος αεί μη είναι, εάν μη πάντα αεί ποιεί, εν ουρανώ, εν αέρι, εν γη, εν βυθώ, εντός του παντός του Κόσμου, εν παντί του παντος, και στο Ον και στο μη-Ον, γιατί ουδέν είναι εν εκείνω τω παντί που να μην είναι Αυτός. Αυτός είναι και τα όντα και τα μη-όντα, τα μεν τα φανέρωσε τα δε μη-όντα τα έχει εντός του. Αυτός ο θεός είναι κρείττων ονόματος, Αυτός είναι ο αφανής, Αυτός ο φανερώτατος. Ο με τον νου θεωρητός, Αυτός ο από τους οφθαλμούς ορατός. Αυτός ο ασώματος, Αυτός ο πολυσώματος, η ορθά Αυτός ο παντοσώματος. Ουδέν είναι(υπάρχει) που να μην είναι Αυτός, γιατί πάντα όσα είναι(υπάρχουν) Αυτός είναι, και γι’ αυτό έχει άπαντα τα ονόματα, επειδή τα πάντα ενός είναι Πατρός, και γι’ αυτό αυτός δεν έχει όνομα, επειδή είναι πάντων Πατήρ. [76]

Tουτέστιν : ο σύμπας Κόσμος, ωμού εκλαμβανόμενος, είναι αμετάβλητος. Τα δε μέρη αυτού πάντα μεταβλητά, ουδέ φθαρτόν ή απολλυόμενο, οι προσηγορρίες ταράσσουν τους ανθρώπους. Γιατί δεν είναι ζωή η γένεσις, αλλά η αίσθησις, ουδέ η μεταβολή θάνατος αλλά λήθη. Καθώς αυτά έχουν έτσι τα πάντα είναι αθάνατα, η ύλη, το πνεύμα, η ψυχή και ο νους, από τον οποίο έχει συσταθεί κάθε ζώο(ζωντανό ον). Παν άρα ζώον(ζωντανό ον) είναι αθάνατο δια αυτόν. Από όλα περισσότερο ο άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να δεχτεί τον Θεό και να συνευρεθεί με τον Θεό. Γιατί μόνο με αυτό το ζώο(ζωντανό ον) ομιλεί ο θεός, την νύκτα με όνειρα την ημέρα δε δια συμβόλων, και δια πάντων αυτών προλέγει τα μέλλοντα, δια όρνεων, δια σπλάγχνων, δια πνεύματος, δια δρυός. Ο Θεός και περί πάντα και δια πάντων. Γιατί Ενέργεια είναι και Δύναμις. Και δεν είναι δύσκολο να νοήσουμε τον Θεό. Και αν θέλουμε και αυτόν να τον θεωρήσουμε, δες την τάξη του Κόσμου και ευκοσμία της τάξεως. Δς την ανάγκη των φαινομένων και την πρόνοια των γεγονότων και γινομένων. Δες την ύλη, πληρέστατη ούσα ζωής, τον τηλικότατο θεό κινούμενο μετά πάντων των αγαθών και καλών, θεών και Δαιμόνων και ανθρώπων.[77]

Και : σαν μέρη του Κόσμου είναι ο ουρανός, το ύδωρ, η γη και ο αήρ, και κατά τον ίδιο τρόπο είναι μέρη του θεού, η ζωή, η αθανασία, η ανάγκη, η πρόνοια και η φύσις. Και η ψυχή και ο νους, και τούτων πάντων η διαμονή το λεγόμενο αγαθό. Και εν τω παντί ουδέ υπάρχει που να μην υπάρχει, όθεν ούτε μέγεθος ούτε τόπος ούτε ποιότητα ούτε σχήμα ούτε χρόνος περί τον θεό είναι. Γιατί παν είναι. Το δε παν δια πάντων και περί πάντα.[78]

Οπότε : Ποιος είναι λοιπόν αυτός και πως θα τον γνωρίσουμε ; ή είναι δίκαιο σε αυτόν μόνον την προσηγορία του θεού να αφιερώσουμε, ή την του δημιουργού ή την του πατρός, ή και τις τρείς ; Θεό μεν δια την δύναμη, δημιουργό δε δια την ενέργεια και πατέρα δε δια το αγαθό. Γιατί είναι δύναμις, διάφορος των γενομένων, ενέργεια δε εν τω πάντα γίνεσθαι. Τουτέστιν πρέπει να νοήσουμε αυτά τα δύο, το γιγνόμενο και τον ποιούντα. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο δεν υπάρχει τρίτο. Νοόντας λοιπόν τα πάντα και ακούγοντας τα πάντα, αυτά τα δύο να θυμόμαστε και αυτά να νομίζουμε ότι είναι τα πάντα, δίχως να θέτεις απορία σε κάτι, ούτε για τα άνω, ούτε για τα κάτω, ούτε για θεία, ούτε για τα μεταβλητά, ή για τα εν μυχώ. Γιατί δυο είναι τα πάντα, το γινόμενο και το ποιούν, και είναι αδύνατον να αποχωριστούν το ένα από το άλλο. Γιατί ούτε ο ποιών δύναται να είναι χωρίς το γινόμενο. Γιατί έκαστος αυτών αυτό τούτο είναι. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν το ένα να αποχωριστεί από το άλλο, αλλά ούτε και το ίδιο από τον εαυτό του. Γιατί αν αυτός που δημιουργεί δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δημιουργικό αίτιο, απλό, ασύνθετο, είναι ανάγκη αυτό το ίδιο να δημιουργεί από τον εαυτό του, καθώς η δημιουργία του δημιουργού είναι η γένεσις του δημιουργήματος και είναι αδύνατο παν γινόμενο να είναι αφ΄ εαυτού γινόμενο, αλλά είναι ανάγκη να γίνεται αφ’ ετέρου γινόμενο. Και το γεννητό ούτε γίνεται ούτε είναι άνευ του ποιούντος. Γιατί το ένα χωρίς το άλλο χάνει τη δική του φύση, στερούμενο το άλλο. Αν λοιπόν έχει γίνει δεκτό ότι τα οντα είναι δυο, το γινόμενο και το ποιούν, εν είναι τη ενώσει, το με προηγούμενο το δε επόμενο. Προγούμενο ο Θεός, και επόμενο το γινόμενο. Και είναι μια η δόξα για αυτόν, το ποιείν τα πάντα, και τούτο είναι του Θεού το σώμα, η δημιουργία. Και ο Θεός έχει ένα μόνο πάθος, το αγαθό, γιατί αυτό είναι ο θεός, το αγαθό, η πάσα δύναμις του ποιείν τα πάντα, παν δε το γενητό υπο του Θεού έγινε, όπερ έστιν υπο του αγαθού και του τα πάντα δυναμένου ποιεί. Και αν βουλόμαστε να μάθουμε πως αυτός ποιεί, πως δε τα γινόμενα γίνονται, μας είναι δυνατόν. Ας δούμε την κάλλιστη και ομοιότατη εικόνα, δες τον γεωργό που καταβάλλει τα σπέρματα στην γη, αλλού πυρό, αλλού κριθάρι, αλλού κάποιο άλλο εκ των σπερμάτων. Δες τον αυτό άμπελο και μυλιές φυτεύοντα και τα άλλα των δένδρων. Έτσι και ο θεός εν μεν ουρανώ αθανασία σπέρνει, εν δε γη μεταβολή, εν δε τω παντί ζωή και κίνηση. Αυτά δεν είναι πολλά, αλλά λίγα και μετρημένα. Γιατί στο σύνολό είναι τέσσερα, και επιπλέον υπάρχει κι ο ίδιος ο Θεός και η γένεσις εντός της οποίας υπάρχουν τα όντα.[79]

Μάλιστα : Εάν αυτόν τον συλλάβουμε με τον νου μας, το σύνολο του νοός μας θα είναι γεμάτο από όλα τα αγαθά – αν βέβαια είναι πολλά τα αγαθά και όχι ένα, εντός του οποίου υπάρχουν όλα. Γιατί το εν και το σύνολο αναγνωρίζονται ως συγγενικά μεταξύ τους, καθώς και ότι τα πάντα ανήκουν στο εν είτε ότι τα πάντα είναι εν. Γιατί έτσι είναι συνδεδεμένο το εν με το σύνολο, ώστε δεν μπορεί το ένα να χωριστεί από το άλλο. Εν το παν και το Εν τα πάντα, γιατί όλα υπήρχαν στο δημιουργό, προτού να δημιουργήσει το παν. Αυτός είναι τα πάντα και μέλη του είναι τα πάντα.[80]

Και : Όρα την των Ελλήνων σοφία στις θεολογίες αυτά περί αυτού παρέδωσαν οι τα του Ορφέως λέγοντες: ο Ζευς γένετο πρώτος, ο Ζεύς είναι ο ύστατος άρχων των κεραυνών, ο Ζεύς είναι η κεφαλή, ο Ζεύς τα μέσα, εκ του Διός τα πάντα δημιουργήθηκαν. Ο Ζεύς γεννήθηκε αρσενικός, ο Ζεύς υπήρξε άμβροτος νύμφη. Ο Ζεύς είναι ο πυθμένας της γαίας και του αστερόεντος ουρανού, ο Ζεύς είναι η πνοή των ανέμων, ο Ζεύς είναι η ορμή του ακάματος πυρός. Ο Ζεύς είναι η ρίζα του πόντου, ο Ζεύς είναι ήλιος & σελήνη, ο Ζευς είναι βασιλεύς, ο Ζεύς είναι ό ίδιος απάντων αρχιγένελθος. Ένα κράτος, ένας δαίμονας έγινε, των πάντων μέγας αρχός, ένα δέμας βασιλικό, μέσα στο οποίο κάνουν κύκλους, είναι πυρ και γαία και αιθήρ, και νυξ και ήμαρ, και Μήτις ο πρώτος γενέτωρ και Έρως πολυτερπής. Γιατί όλα αυτά βρίσκονται στο μεγάλο σώμα του Διός. Αυτού η κεφαλή και τα όμορφα πρόσωπα είναι ο αιγληείς ουρανός, γύρω από τον οποίο αιωρούνται οι χρυσές περικαλέες κόμες των μαρμαρέων άστρων, και από τα δύο μέρη του δυο χρυσά ταυρέα κέρατα, και η ανατολή και η δύση και η οδοί των “ουρανιώνων θεών[81], και όμματά του είναι ο ήλιος και η απέναντι σελήνη. Και νους αψευδής, βασιλικός, ο αύθιτος αιθήρ, μέσω του οποίου τα πάντα ακούει & φράζεται. Και δεν υπάρχει καμία αυδή, ούτε ενοπή, ούτε κτύπος, ούτε όσσα που να διαφεύγει την ακοή του Διός του υπερμενέος Κρονίονως. Έτσι λοιπόν είναι η αθάνατη κεφαλή του και το νόημα του. Το σώμα του είναι περιφεγγές, άπειρο, αστυφέλικτο, άτρομο, οβριμόγυιον, υπερμενές, όπως τέτυκται. Οι μεν ώμοι, τα στέρνα και τα ευρέα στέρνα του Θεού, είναι ο ευρίβιος Αήρ. Πτέριγες εξεφύοντο με τις οποίες πετά πάνω από τα πάντα. Έχει ιερή νηδύ την γαία, την παμήτωρα των ορέων και των υψηλών καρήνων. Ενώ στην μέση έχει ζώνη το βαρύηχο οίδμα της θάλασσα και του πόντου. Και η πυμάτη βάση του είναι οι ρίζες εντός της χθόνας δηλαδή τα ευρόεντα τάρταρα και τα έσχατα πείρατα της γης. Αφού αμέσως απέκρυψε τα πάντα σε φάος πολυγηθές, έμελε να τα προφέρει από την καρδιά του, ρέζοντας θέσκελα έργα.[82]

Εν ολίγοις : πρώτος είναι ο θεός-Πατήρ, δεύτερος ο Κόσμος, τρίτος ο άνθρωπος. Το σύμπαν για τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος για τον θεό-Πατήρ.[83]

Όμως : αν είναι ο Κόσμος είναι 2ος Θεός και αθάνατο ζώο, είναι αδύνατον να πεθάνει κάποιο μέρος του αθανάτου ζώου. Όλα τα εν τω Κόσμω είναι μέρη του Κόσμου, και περισσότερο ο άνθρωπος, το λογικό ζώο. Γιατί πρώτος πάντων των όντων και αΐδιος και αγέννητος και δημιουργός των όλων ο Θεός. Δεύτερος δε ο κατ’ εικόνα αυτού και υπ’ αυτού γενόμενος και υπ’ αυτού συνεχόμενος και τρεφόμενος και αθανατιζόμενος Κόσμος, ως υπό αϊδίου πατρός, αείζωον ως αθάνατος. Το τρίτο ζώο είναι ο άνθρωπος, κατ’ εικόνα γενόμενος του Κόσμου, έχων νου κατά βούληση του πατρός σε αντίθεση με τα άλλα επίγεια ζώα, και έχοντας ομοιοπάθεια με τον δεύτερο θεό, με τον Κόσμο, αλλά και έννοια του πρώτου θεού. Γιατί τον μεν τον αισθάνεται ως σώμα, του δεύτερου λαμβάνει έννοια ως ασωμάτον και νου, του αγαθού.[84]

Δηλ. : ο Πατήρ Ζεύς είναι ο Ένας που είναι τα πάντα ή που ο ίδιος είναι ο δημιουργός των πάντων.[85]

Εξ ου και στην Καινή Διαθήκη λέγεται αφενός ότι :

  • Μάρκ. 12:18 – 12:27 Καὶ ἔρχονται Σαδδουκαῖοι πρὸς αὐτόν, οἵτινες λέγουσιν ἀνάστασιν μὴ εἶναι, καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν ὅτι ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ καὶ καταλίπῃ γυναῖκα, καὶ τέκνα μὴ ἀφῇ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν. καὶ ὁ πρῶτος ἔλαβε γυναῖκα, καὶ ἀποθνήσκων οὐκ ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ δεύτερος ἔλαβεν αὐτήν, καὶ ἀπέθανε, καὶ οὐδὲ αὐτὸς ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ τρίτος ὡσαύτως. καὶ ἐλαβον αὐτὴν οἱ ἑπτά, καὶ οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. ἐσχάτη πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει, ὅταν ἀναστῶσι, τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ; ὅταν γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν, οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται, ἀλλ’ εἰσὶν ὡς ἄγγελοι οἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. περὶ δὲ τῶν νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ βίβλῳ Μωϋσέως, ἐπὶ τοῦ βάτου πῶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεὸς λέγων, ἐγὼ ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων ὑμεῖς οὖν πολὺ πλανᾶσθε.
  • Λουκ. 20:27 – 20:38 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν, ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ ἔχων γυναῖκα, καὶ οὗτος ἄτεκνος ἀποθάνῃ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος· καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα, καὶ οὗτος ἀπέθανεν ἄτεκνος· καὶ ὁ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὡσαύτως· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα, καὶ ἀπέθανον· ὕστερον δὲ πάντων καὶ ἡ γυνὴ ἀπέθανεν. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίζονται· οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες. ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί, καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν ἐπὶ τῆς βάτου, ὡς λέγει Κύριον τὸν Θεὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Θεὸν Ἰακώβ. Θεὸς δὲ οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν.
  • Ματθ. 22:23 – 22:32 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς εἶπεν, ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. ἦσαν δὲ παρ’ ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ· ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά. ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ’ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι. περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος, ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων.

Αφετέρου ότι :

  • 2Κορ. 6:14 – 6:18 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μάλιστα το όνομα του δημιουργού δηλώνει τη δύναμη και την ενέργεια του.[86]

Εξ ου και ο Πλάτων  για το όνομα του Δημιουργού & Πατρός στον “Κρατύλο, 396.a.2 – 396.b.3″λέγει :

«Διότι, πράγματι, το όνομα του θεού είναι Λόγος ακέραιος, τον οποίο έρχονται οι άνθρωποι και τον διχοτομούν και, αφού τον διχοτομήσουν, άλλοι μεν χρησιμοποιούν το ένα μέρος, άλλοι δε το άλλο – γι’ αυτό άλλοι μεν τον αποκαλούν “Ζήνα“, άλλοι δε “Δία” – μέρη που αν ενωθούν δηλώνουν αμέσως τη φύση του θεού, φανερώνοντας δηλαδή ότι ακριβώς προσηκεί στο όνομα να μπορεί να επιτελεί και να απεργάζεται με μία λέξη : να κάνει. Διότι αίτιος του ζην του δικού μας και του ζην όλων των άλλων όντων δεν είναι δυνατόν να’ ναι άλλος κανείς, πλην ο άρχων και βασιλεύς των πάντων, ο άρχων και ο βασιλιάς του σύμπαντος κόσμου. Ορθότατα, λοιπόν, ονομάζεται όπως ονομάζεται ο θεός αυτός, στον οποίο οφείλουν αιωνίως το ζην τους όλα τα ζωντανά. Το δε όνομα του, ενώ ήταν ένα, ενιαίο / ακέραιο, έχει διχοτομηθεί, έχει διαιρεθεί, όπως είπα, σε δύο ονόματα: στο “Δία” και στο “Ζήνα”.»[87]

Μάλιστα : ο Ζεύς του Διός κλίνεται, δηλώνοντας σε εμάς, ότι αυτός είναι η ζωή, και δια αυτού ζούνε τα ζώντα, και τα όντα γενικά δια/από αυτόν έλαβαν το είναι. Γιατί άκουσε τι λέγει ο Ορφέας στον λεγόμενο “Κρατήρα”: “των πάντων αρχή είναι ο Ζεύς. Γιατί ο Ζεύς έδωσε τα ζώα-ζώντα και τα γέννησε, και Ζήνα αυτόν τον αποκαλούνε, και Δία, επειδή δια/από τούτον άπαντα τέτικται. Αυτός είναι ο εις πατήρ πάντων, θηρών & βροτών”.[88]

Τουτέστιν : ο Ζεύς φαίνεται ότι ονομάσθηκε από του ότι έχει δώσει στα πάντα το ζην. Δία τον λένε, ότι πάντων είναι αίτιος και για αυτόν λέγουν, ότι πάντων είναι αίτιος και δια/από αυτόν τα πάντα.[89]

Ο Πατήρ Ζεύς είναι η αληθής & όντως ζωή της ζωής, Αυτός είναι η γόνιμη μήτρα όσων θα γεννηθούν. Αυτός είναι η αιώνια διατήρηση του συνόλου της φύσεως της γεμάτης από το δικό του κύημα!

Εν ολίγοις ο Βασιλέας των Δελφών ουσιοποίησε εντός του την έριδα και διέσπασε Τιτανικώς την ενότητα του Νοός ήτοι της νοητής ουσία. Τουτέστιν όχι μόνον διέσπασε την ενότητα-ολότητα-ακεραιότητα του εν ημίν αυτού νοός, του Εμμανουήλ ή Άτμα, εκ της ολότητας-ενότητας-ακεραιότητας του ύπερθεν αυτού υπερκόσμιου & μεθεκτού νοός του Κόσμου, τον οποίο στον βαθμό που από κοινού τον κατέχουμε όλες οι λογικές & αΐδιες ψυχές – απάντων των σφαιρών, ήτοι ηλιακές, σεληνιακές, χθόνιες κτλ. απάντων των τομέων/συμπάντων του Κόσμου – ονομάζεται Διόνυσος Ζαγρέας ή Σίβα, αλλά και αποστράφηκε τον εν ημίν νου του, τον Εμμανουήλ ή Άτμα,  ουσιοποιόντας εντός του μια παριπόσταση, την προσωπικότητά, και το ψεύδος/κενοδοξία, τουτέστιν «το βδέλυγμα της ερημώσεως». Αυτή είναι η χείριστη μορφή άνοιας-αμαρτίας, το ότι ο άνθρωπος νομίζει την ψυχή υποδεέστερη του σώματός και ως εκ τούτου νομίζει-ταυτίζει την ύπαρξή του, παρότι είναι λογική & αΐδια, με την θνητή-άλογη ψυχή του, με τον άλογο φόρτο και με το θνητό/γήινο σώμα του.

Δηλ. η άνοια, δηλ. το κακό της ψυχή, που ονομάζεται αμαρτία είναι ο μολυσμός της λογικής ψυχής.

Μάλιστα : η έννοια μολυσμός σημαίνει αλλοτρίου προσθήκη, η δε έννοια καθαρμός σημαίνει αλλοτρίου αφαίρεσις. Γίνεται δε ο μολυσμός και από της άκρας ημών ψυχής μέχρι και των εξηρτημένων εσχάτων ημών. Και πρόσφορος εκάστω και ο καθαρμός. Έτσι υπάρχει και του σώματος μολυσμός αν τύχει και πατήσει σε πηλό και βόρβορο, και αν μη τι άλλο , μέχρι του σώματος είναι ο μολυσμός. Για αυτό και ευθεράπευτος. Γιατί λουτρό ευθύς αυτόν καθαίρει. Υπάρχει και του πνεύματος μολυσμός. Γιατί από κάποιων ατμών αν τύχοι σε ακάθαρτους τόπους και από πράξεων ακολάστων διαδίδεται στο πνεύμα ο μολυσμός, τον οποίο επιγινώσκει μόνη η τελεστική και πρόσφορον ποιείται εκάστου τον καθαρμό. Υπάρχει και της αλόγου ψυχής μολισμός, οι άλογες επιθυμίες και οι θυμοί, που καθαρίζονται δια της ηθικής φιλοσοφίας και δια της των θεών βοηθείας. Υπάρχει και της λογικής ψυχής, ήτοι του καθαυτό ανθρώπου, μολυσμός όταν εκ ψευδών δοξασμάτων συναγάγει παρά αυτής ψεύδη και αποτίκτη φλυαρίες και ψευδοδοξασίες, των οποίων ο έλεγχος είναι καθαρμός και η φιλοσοφία απελατική αυτών, μάλιστα δε η παρά των θεών βοήθεια τελειούσα την ψυχή και στο αληθές άγει.[90]

Άλλωστε κατά πως λέγει ο Πλάτων : «Αμαρτία = πράξη αντίθετη στον ορθό λογισμό[91]

Μάλιστα : ο αγώνας της αρετής είναι μεγάλος & δύσκολος διότι τα πάντα στους ανθρώπους εκ τριπλής χρείας & επιθυμίας είναι ηρτημένα, δια των οποίων άγονται αυτοί ορθώς στην αρετή, και αν αχθούν κακώς θα συμβεί το ενάντιο. Και 1η και 2η χρεία είναι τα φαγώσιμα και τα πόσιμα, όλα αυτά για τα οποία έχει κάθε ζώο έμφυτο έρωτα, και είναι μεστό οίστρου και δεν ακούει αυτόν που του λέει ότι πρέπει να πράττει κάτι άλλο πλην των ηδονών και των επιθυμιών τις οποίες άπαντα ταύτα αποπληρούν, και ότι πρέπει να απαλλαγεί  αεί από άπασα την λύπη. Η 3η και μέγιστη χρεία σε εμάς και έρως οξύτατος, ύστατος, ορμά, και απεργάζεται ολοκληρωτικά διαπυρότατες μανίες στους ανθρώπους, είναι αυτός που μας καίει με υπερβολικά σφοδρά επιθυμία περί την σπορά του γένους. Αλλιώς το πρώτο το λέμε βρώση, το δεύτερο πόση, και το τρίτο κάποια διαπτόηση των αφροδισίων. Αυτά τα 3 νοσήματα πρέπει να τα τρέψουμε στο βέλτιστο λεγόμενο ήδιστο, και για να το αποπειραθούμε κατέχουμε τα 3 μέγιστα, τον φόβο[92], τον νόμο και τον αληθή λόγο, προσχρώμενοι τις Μούσες και τους αγώνιους Θεούς, ώστε να σβήσουμε την αύξηση και την επιρροή αυτών των 3ων νόσων, ήτοι της βρώσης, της πόσης και της διαπτόησης των αφροδισίων.[93]

Σε οδό πλήρους επεξηγήσεως θα πούμε ότι : Το όλο θέμα που επεξηγήσαμε μόλις τώρα δεν είναι τίποτα άλλο από ομοίωση με τον Θεό, ήτοι το να γίνει δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως. Δηλ. η δια των αρετών εξομοίωση μας με τον Θεό.

Διότι : επειδή δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστούν τα κακά – κατ’ ανάγκη υπάρχει κάτι αντίθετο του αγαθού – ούτε στους Θεούς βρίσκονται, γιατί οι Θεοί είναι υπερούσιες, αυτοτελείς & μεθεκτές Αγαθότητες & Ενάδες, σύμφωνα με την αναγκαιότητα υπάρχουν μόνον στην θνητή φύση και στον ενθάδε τόπο  περιπολούν, ήτοι εν τη γενέσει.[94]

Άλλωστε ο θειότατος Πλάτων λέγει αφενός ότι :

«Μόλις, όμως, έλαβαν γέννηση οι θεοί που περιπολούν φανερώς και οι θεοί που φαίνονται καθ’ όσον θέλουν, ο γεννήσας τούτο το σύμπαν είπε : “Θεοί Θεών, έργων των οποίων εγώ είμαι δημιουργός και πατέρας, όσα έγιναν από εμένα είναι άλυτα, όσο τουλάχιστον εγώ θέλω. Καθετί, λοιπόν, που δέθηκε είναι λυτό, αλλά είναι έργο κακού το να διαλύσει το αρμοσθέν καλώς και ευ. Για όλα αυτά και επειδή ακριβώς έχετε γεννηθεί, δεν είστε εντελώς αθάνατοι ουδέ εντελώς άλυτοι, όμως δεν θα λυθείτε καθόλου ούτε θα υποστείτε τη μοίρα του θανάτου, γιατί σας έλαχε η βούλησή μου ως δεσμός ακόμα μεγαλύτερος και κυριότερος από εκείνους με τους οποίους συνδεόσασταν όταν γίνατε. Τώρα, λοιπόν, μάθετε αυτό που αποκαλύπτω και λέω προς εσάς. Απομένουν ακόμα αγέννητα τρία θνητά γένη. Αν αυτά δεν γεννηθούν, ο ουρανός θα είναι ατελής. Γιατί δεν θα έχει εν αυτώ όλα τα γένη των ζώων, και πρέπει να τα έχει, αν πρόκειται να είναι τελείως ικανός. Αν αυτά γεννηθούν και μετάσχουν σε βίο δια εμού, θα εξισωθούν με θεούς. Για να είναι, λοιπόν, θνητά και για να είναι το σύμπαν όντως άπαν, στραφείτε εσείς σύμφωνα με τη φύση στην δημιουργία των ζώων. Μιμούμενοι την δική μου δύναμη περί την δική σας γένεσιν. Όσο για το μέρος τους που ταιριάζει να είναι ομώνυμο με τα αθάνατα, επειδή λέγεται θείο και επειδή μέσα σε αυτά καθοδηγεί όσα θέλουν να ακολουθούν αεί την δικαιοσύνη και εσάς, αφού το σπείρω και αφού το ξεκινήσω εγώ θα το παραδώσω. Όσο για το υπόλοιπο, εσείς, προσυφαίνεται το θνητό στο αθάνατο. Επεξεργαστείτε και γεννήστε ζώα και, δίνοντας τους τροφή, αυξήστε τα και, όταν πάλι φθαρούν, υποδεχτείτε τα.“ Αυτά είπε.          Και πάλι επι τον πρότερο κρατήρα, εντός του οποίου έσμιγε κι ανακάτευε την του σύμπαντος ψυχή και έχυνε τα υπόλοιπα των προηγούμενων, με κάποιον ίδιο τρόπο, όχι όμως πλέον ακήρατα στον ίδιο βαθμό και παρομοίως, αλλά δεύτερης και τρίτης σειράς. Και αφού συνέστησε το παν, διαίρεσε ψυχές ισάριθμες με τα άστρα και διένειμε καθεμία σε έκαστον, και αφού τις επιβίβασε ως σε όχημα την του σύμπαντος φύση τους έδειξε. Και είπε στις ψυχές τους ειμάρμενους νόμους.         Ότι η πρώτη γένεσις θα είναι μια τεταγμένη για όλες, προκειμένου να μην αδικηθεί καμία από αυτόν.           Και ότι έπρεπε αυτές, αφού καθεμία τους σπάρθηκε στο όργανο του χρόνου που της ταιριάζει, να φύουν το θεοσεβέστατο ζώο.  Και ότι επειδή η ανθρώπινη φύση είναι διπλή το ανώτερο γένος θα είναι αυτό το οποίο και έπειτα θα ονομαστεί ανήρ. Οπότε αφού οι ψυχές εμφυτεύονται εξ ανάγκης σε σώματα και ένα μέρος του σώματος τους προέρχεται και ένα άλλο μέρος απέρχεται, θα είναι αναγκαίο να γεννηθεί σε όλα κατά πρώτο μια σύμφυτη αίσθηση από βίαια παθήματα, κατά δεύτερον ηδονή και λύπη μεμειγμένα με έρωτα, προς δε τούτα φόβος και θυμός και όσα έπονται αυτών και όσα είναι εκ φύσεως ενάντια. Αν επικρατήσουν σε όλα αυτά, θα ζήσουν εν δικαιοσύνη, αν κυριαρχηθούν εξ αυτών θα ζήσουν εν αδικία. Και όποιος ζήσει ευ τον προσήκοντα χρόνο, θα πορευτεί πάλι στην του συννόμου του άστρου οίκηση και θα έχει βίο ευδαίμονα. Όποιος, όμως, σφάλει σε  όλα τούτα, εν τη 2η γενέσει θα μεταβληθεί σε γυναικός φύση/ζωή. Αν ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες δεν σταματά την κακία, κατά την ομοιότητα της του τρόπου γενέσεως θα μεταβάλλεται αεί σε κάποια ανάλογη φύση θηρίου. Και δεν θα λήξουν οι πόνοι, πριν, ακολουθώντας την εν αυτώ του ταυτού και ομοίου περίοδο επικρατήσει με την λογική επι του πολύ όχλου που του προσκολλήθηκε αργότερα και που αποτελείται εκ πυρός, ύδατος, αέρος και γης και που είναι θορυβώδης και άλογος και φτάσει στο είδος της πρώτης και αρίστης έξης επικρατώντας με την λογική.          Και αφού θεσμοθέτησε όλα αυτά για αυτές, προκειμένου να είναι αναίτιος για τη μετέπειτα κακία εκάστων έσπειρε τους μεν στην γη, τους δε στην σελήνη, τους δε στα άλλα του χρόνου όργανα. Αυτό δε που έπεται της σποράς, το έχει παραδώσει στους νέους θεούς. Να πλάθουν σώματα θνητά, να απεργαστούν και να άρχουν στο υπόλοιπο, όσο μέρος της ανθρώπινης ψυχής έπρεπε ακόμα να προστεθεί, αυτό και όλα όσα ήταν επακόλουθα εκείνων. Και να κυβερνούν κατά δύναμίν κάλλιστα και άριστα το θνητό ζώο, αν δεν γίνει αίτιο κακών για τον εαυτό του. Κι εκείνος λοιπόν, αφού διέταξε όλα αυτά, έμενε εν τω εαυτού κατά τρόπο ήθει.  Και ενώ έμενε, οι παίδες νοήσαντες την του πατρός τάξιν επίθεντο σε αυτή. Και αφού έλαβαν την αθάνατη αρχή του θνητού ζώου, μιμήθηκαν τον δικό τους δημιουργό, δανειζόμενοι μόρια πυρός και γης και ύδατος και αέρος από τον Κόσμο, ως αποδούμενα πάλι, σε ταυτόν τα λαμβανόμενα συγκολλούσαν, όχι όμως με τους αδιαλύτους δεσμούς με τους οποίους συνέχονται οι ίδιοι. Αλλά συντήκοντάς τα με πυκνούς γόμφους, αόρατους λόγω σμικρότητας, απεργάζονταν εξ απάντων εν σώμα έκαστον, τις της αθανάτου ψυχής περιόδους έδεσαν σε επίρρυτον & απόρρυτον σώμα. Κι εκείνες, αφού δέθηκαν σε ποταμό πολύ ούτε επικρατούν ούτε επικρατούντο. Και εφέρεντο και έφερον βίαια, ώστε το μεν όλο ζώο να κινείται, αλλά να προχωρά άτακτα και αλόγιστα όπου τύχει, έχοντας όλες τις έξι κινήσεις. Γιατί περιπλανιόντουσαν πλήρως και προς τους έξι τόπους και προχωρούσαν προς τα εμπρός και προς τα πίσω και επίσης προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, προς τα πάνω και προς τα κάτω.  Γιατί, ενώ το κύμα που κατέκλυζε και διέρρεε και παρείχε την τροφή, ήταν πολύ, ακόμα μεγαλύτερη ταραχή προκαλούσαν τα παθήματα από όσα έπλητταν εξωτερικά καθέναν, όταν το σώμα κάποιου συναντούσε και έπεφτε πάνω σε ένα αλλότριο έξωθεν πυρ ή σε κάποιο στέρεο πύκνωμα γης ή σε υγρά ολισθήματα των υδάτων ή όταν πιανόταν εντός μιας θύελλας ανέμων κινούμενων από τον αέρα, και οι κινήσεις από όλα αυτά περνούσαν μέσα από το σώμα και έπλητταν την ψυχή. Για τους λόγους αυτούς , λοιπόν, όλες αυτές κλήθηκαν κατόπιν και ακόμη και τώρα αποκαλούνται αισθήσεις. Τότε, λοιπόν, υφίσταντο προς το παρών την περισσότερη και μεγαλύτερη κίνηση και, κινώντας και σείοντας σφόδρα τις περιφορές της ψυχής συνεργασία με το ρεύμα που έρρεε συνεχώς, εμπόδισαν εντελώς την περίοδο του ταυτού, ρέοντας αντίθετα από αυτήν, και την σταμάτησαν να κυβερνά και προχωρά, και από την άλλη κλόνισαν την περίοδο του ετέρου. Ώστε τα διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα, που ήταν τρία από τα μεν και τρία από τα δε, και τις μεσότητες και τις συνδέσεις των ημιολίων και των επίτριτων και των επόγδοων, επειδή αυτά δεν μπορούσαν να λυθούν εντελώς εκτός από αυτόν που τα συνέδεσε, να διαστραφούν με κάθε διαστροφή και να πραγματοποιήσουν όλες τις θλάσεις και τις διαφορές των κύκλων με όσους τρόπους ήταν δυνατόν. Ώστε να συγκρατούνται με δυσκολία μεταξύ τους και να κινούνται, αλλά να κινούνται με άλογο τρόπο, άλλοτε αντίθετα, άλλοτε πλάγια και άλλοτε ύπτια. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ύπτιος στηρίξει το κεφάλι του στη γη και ακούμπησε τα πόδια του σε κάτι ψηλά, τότε σε ένα τέτοιο πάθημα τα δεξιά καθενός από τους δυο, δηλ. και αυτό που το παθαίνει και των παρατηρητών, θα φαίνονται σε καθέναν από τους δυο αριστερά και τα αριστερά δεξιά. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, και άλλα παρόμοια παθαίνουν με σφοδρότητα οι περίοδοι και, όταν συναντήσουν κάποιο εξωτερικό αντικείμενο που ανήκει στο γένος του ταυτού ή του ετέρου, τότε ανακοινώνουν την ταυτότητά του με κάτι ή τη ετερότητά του από κάτι αντίθετα από την αλήθεια, και έτσι έχουν γίνει ψευδείς και ανόητες. Και τότε εν τις περιόδους της ψυχής ουδεμία άρχει ουδέ ηγεμονεύει. Αν πάλι, κάποιες αισθήσεις, έξωθεν φερόμενες και προσπίπτουσες, συνεπισπάσωνται και το της ψυχής κύτος, τότε οι περίοδοι πιστεύουν ότι κυριαρχούν, μολονότι κυριαρχούνται. Λόγω λοιπόν όλων αυτών των παθών η ψυχή και τώρα και στην αρχή γίνεται ανόητη κατά πρώτον, όταν δεσμευτεί σε σώμα θνητό. Όταν, όμως, το ρεύμα της ανάπτυξης και της τροφής κυλά λιγότερο και οι περιφορές, αφού επιστρέφουν και πάλι στη γαλήνη, ακολουθούν τον δρόμο που τους έχει οριστεί και ηρεμούν όσο περνάει ο χρόνος, τότε πλέον οι περιφορές, οι οποίες αποκαθίστανται στο σχήμα κάθε κύκλο που κινείται φυσιολογικά και αποκαλούν ορθά το διαφορετικό και το ίδιο, κάνουν αυτόν που τις έχει να γίνεται έμφρων. Αν, λοιπόν, προσληφθεί κάποια ανατροφή παιδεύσεως, γίνεται ολόκληρος, και παντελώς υγιής, αφού αποφύγει τη μεγαλύτερη νόσος. Αν, όμως, αμελήσει, αφού ζήσει ένα χωλό βίο, έρχεται και πάλι στον Άδη ατελής και ανόητος.»[95]

Εξ ου και λέμε : Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να φύγουμε το ταχύτερο από την γένεση για εκεί, και η φυγή είναι ομοίωση με τον Θεό, κατά το δυνατόν. Και ομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως. Ο Θεός όμως δεν είναι καθόλου και με κανένα τρόπο άδικος, αλλά όσο περισσότερο δίκαιος, και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμοιό του από ότι εκείνος από μας που θα γίνει όσο περισσότερο δίκαιος. Ως προς αυτό κρίνεται η αληθινή ικανότητα του ανθρώπου ή η μηδαμινότητα του και η ανανδρία του. Γιατί η γνώση τούτου είναι σοφία και αληθινή αρετή, ενώ η άγνοια του αμάθεια και ολοφάνερη κακία. Για εκείνον λοιπόν ο οποίος αδικεί και λέει ή εκτελεί ανόσια πράγματα είναι πολύ καλύτερο να μην επιτρέπει να είναι φοβερός εξαιτίας της φαυλότητάς του. Μάλιστα οι τέτοιοι άνθρωποι χαίρονται με τη μομφή και πιστεύουν πως χαρακτηρίζονται όχι ανόητοι, αλλιώς βάρη της γης, αλλά άνδρες σαν κι αυτούς που πρέπει να είναι όσοι πρόκειται να ακμάσουν μέσα στην πόλη. Πρέπει λοιπόν να ειπωθεί το αληθές, ότι, δηλ. επειδή οι τέτοιοι άνθρωποι δεν το πιστεύουν, τόσο περισσότερο είναι όπως δεν πιστεύουν. Αγνοούν δηλαδή την τιμωρία της αδικίας, πράγμα που ελάχιστα πρέπει να αγνοούν, καθώς δεν είναι αυτή που νομίζουν, δηλαδή σωματικές κακώσεις ή θανατική ποινή, οι οποίες κάποτε τους επιβάλλονται παρ’ ότι δεν διαπράττουν καμία αδικία, αλλά αυτή από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν. Και αυτή είναι η εξής : υπάρχουν ενθάδε δυο υποδείγματα, το ένα θείο & ευδαιμονέστατο και το άλλο άθεο & αθλιότατο, και επειδή δεν βλέπουμε πως η κατάσταση αυτή είναι έτσι, λόγω της ηλιθιότητάς μας και της εσχάτης άνοιας μας δεν καταλαβαίνουμε πως, δια των άδικων πράξεων μας, γινόμαστε όμοιοι με το ένα ανόμοιοι με το άλλο. Γι’ αυτό εκτίουμε ποινή να ζούμε τον βίο που μας ταιριάζει με αυτό προς το οποίο ομοιωθήκαμε. Αν πούμε πως, σε περίπτωση που δεν απαλλαχτούμε από την φαυλότητα μας, δεν θα μας δεχτεί ο τόπος εκείνος ο καθαρμένος από τα κακά ακόμα και όταν πεθάνουμε, αλλά και εδώ θα διατηρήσουμε συνέχεια τη συμπεριφορά που είναι όμοια μας, ως κακοί σύντροφοι κακών. Επειδή λοιπόν το κακό υπάρχει εδώ και αναγκαστικά περιπολεί στον εδώ τόπο και επειδή η λογική ψυχή θέλει να διαφύγει το κακό, πρέπει να φύγουμε από εδώ. Και η φυγή αυτή είναι να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό και το κατορθώνουμε αν γίνουμε δίκαιοι και όσιοι μετά φρονήσεως.[96]

Μάλιστα : η επιθυμία εκείνου που εγκαταλείπει τον λειμώνα της Άτης – το μισοφαές, τριμερή υλαιό σύμπαν/τομέα του Κόσμου – σπεύδει προς τον λειμώνα της Αλήθειας – τον εν τω οικίω αυτής τριμερές Αιθερικό Σύμπαν/τομέα του Κόσμου, τον οποίο άφησε σπρωγμένος από την πτερόρρυση του και ήρθε σε γήινο/οστράκινο σώμα, αφού στερήθηκε όλβιου αιώνος – Πτερό λέγεται η της λογικής & αΐδιας ψυχής ανάγωγος δύναμης. Η ανάγωγος της λογικής & αΐδιας ψυχή δύναμη είναι που εναντιώνεται στο εμβριθές της. Το εμβριθές της λογικής & αΐδιας ψυχής είναι η γενεσιουργός & καταγωγός στην γένεσιν δύναμη της. Όταν δε αναπτερώνεται η λογική & αΐδια ψυχή συστέλλει το εμβριθές αυτής και ποιεί την ανωφορική οδό. Εξ ου και ο Πλάτων έλεγε για την εν τη γενέσει κάθοδο της λογικής ψυχής :όταν η ψυχή, αφού δεν μπορέσει να ακολουθήσει τον θεό, δεν αντικρίσει τίποτε και, αφού συναντήσει κάποια ατυχία, χάσει τα φτερά της και πέσει στην γη, τότε είναι νόμος αυτή η ψυχή να εγκατασταθεί σε θνητό ζωντανό όν”. Και τα εξής για την άνοδο :     όταν ο άνθρωπος κυριαρχήσει με την λογική στη μάζα που του προστέθηκε εκ των υστέρων και αποτελείται από γη, ύδωρ, αήρ και πυρ και είναι θορυβώδης και άλογη, φτάνει στο είδος της πρώτης και άριστης καταστάσεως, οπότε ανυψώνεται και στο σύννομο, αφού γίνει υγιής και ολόκληρος”.      Και γίνεται υγιής η λογική & αΐδια ψυχή με την απαλλαγή από τα πάθη σαν να είναι νοσήματα, πράγμα που εξασφαλίζεται μέσω της πολιτικής αρετής. Ολόκληρη γίνεται δια της ανατάσεως του νοός της και της αποκτήσεως της επιστήμης περί Κόσμου και περί τα θεία – ήτοι την Ευσέβεια – σαν να είναι δικά της μέρη, πράγμα που έχει τη φύση να επιτυγχάνει μέσω της θεωρητικής αλήθειας δια του θεωρητικού νοός. Και με τη φυγή από εδώ θεραπεύουμε την απομάκρυνση από τα ανώτερα όντα, δια της φιλοσοφίας, καθώς η φιλοσοφία είναι φυγή από τα εδώ κακά.[97]

Τουτέστιν : Η φιλοσοφία είναι κάθαρση & τελειότητα της ανθρώπινης ζωής, κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητειδούς σώματος, τελειότητα ως ανάκτηση της κατάλληλης ευζωίας(ευδαιμονίας), η οποία οδηγεί στην ομοίωση με το θείο. Αυτά εκ φύσεως πραγματοποιούν κυρίως η αρετή και η αλήθεια, η πρώτη αποβάλλοντας την αμετρία των παθών, η δεύτερη κατακτώντας το θείο είδος για όσους είναι εκ φύσεως ικανοί να το αποκτήσουν.[98]

Καθώς : Η της ψυχής κάθαρση παθών είναι απαλλαγή. Η απαλλαγή δε των παθών αγάπη τίκτει.[99]

Μάλιστα : Και τα πάθη, ορθώς λέγει ο Πλάτων, είναι σύμφυτα μόνο με τα θνητά όντα: δεν είναι όμως δυνατόν να εξαφανιστούνε τα κακά ούτε να βρίσκονται στους Θεούς, αλλά αναγκαστικά κυκλοφορούν στον Κόσμο τούτο και στην θνητή φύση”. Γιατί τα όντα που υπόκεινται σε γέννηση και φθορά σε κατάσταση αντίθετη προ τη φύση τους, πράγμα που αποτελεί την αρχή των κακών. Προσθέτει όμως και πως πρέπει να τα αποφεύγουμε : Για αυτό και πρέπει να φεύγουμε από εδώ προς τα εκεί. Και φυγή είναι η εξομοίωση με τον θεό, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο. Και εξομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως”.  Γιατί αυτός που θέλει να ξεφύγει από τα κακά, πρέπει πρώτα να αποστραφεί τη θνητή φύση. Γιατί δεν είναι δυνατόν, όσο είμαστε ανακατεμένοι μαζί της, να μη γεμίζουμε αναγκαστικά και με τα κακά που την ακολουθούν. Όπως ακριβώς, λοιπόν, η φυγή από τον θεό και η πτερόρρυσης των κουφιζόντων φτερών μας – που μας ανυψώνουν προς τα πάνω – μας έφεραν στην περιοχή των θνητών όντων, στα οποία εμφανίζονται τα κακά, έτσι και η αποβολή της προσκόλλησης στα θνητά πάθη και η ανάπτυξη των αρετών σαν ένα είδος φτερών θα μας ανυψώσει προς τον τόπο που είναι καθαρός από τα κακά, προς την θεία ευζωία. Γιατί η ουσία των ανθρώπων, η οποία βρίσκεται στη μέση μεταξύ των όντων που νοούν τον θεό και των όντων που έχουν την φύση να μην τον νοούν ποτέ, ανεβαίνει προς τα πρώτα και κατεβαίνει προς τα δεύτερα, καθώς με την απόκτηση ή την αποβολή του νου διαδοχικά προσλαμβάνει την εξομοίωση με τον θεό ή την εξομοίωση με τα θηρία, λόγω της αμφίβιας φύση της.[100]

Επειδή όμως γινόμαστε όμοιοι με τον Θεό χάρη στην αρετή, ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από αυτόν που κατέχει στον υψηλότερο βαθμό αυτές τις ιδιότητες και ταυτόχρονα ο εγγύτερα μας, αυτός ο θεός είναι η άχραντη & νοητική ψυχή του Κόσμου – η θεά Αφροδίτη – και το ηγεμονικό της τμήμα στο οποίο υπάρχει θαυμαστή σοφία – η θεά Ίπτα. Γι’ αυτό στην προσπάθειά σας προς εξομοίωση με το θείο να τις υμνείται καθημερινώς καθώς και τον Έρωτα

Βέβαια : Αν δε πρέπει να πούμε πόσο μπορεί να προχωρήσει η κάθαρση θα γίνει φανερό με ποιο θεό μοιάζουμε και ταυτιζόμαστε. Το ερώτημα είναι πως αντιμετωπίζει η κάθαρση τα πάθη, τις επιθυμίες και τα λοιπά και πόσο είναι δυνατόν ο χωρισμός της ψυχής και του σώματος. Θα λέγαμε ότι, αποχωριζόμενη το σώμα, στρέφεται στον εαυτό της μαζί με όλα τα αναγκαία μέρη της, εντελώς απαθής, έχοντας μόνο τις αισθήσεις των απαραίτητων ηδονών ως ιάματα και αποτρεπτικά του πόνου, ώστε να μην εμποδίζεται η δραστηριότητα της. Απαλλάσσεται από τους πόνους και, όταν δεν μπορεί, τους υπομένει με πραότητα και τους ελαττώνει, χωρίς να συμπάσχει με το σώμα. Απαλλάσσεται από τα πάθη, ολοκληρωτικά αν αυτό είναι δυνατόν, αλλά αν δεν γίνεται, δεν μοιράζεται τον αισθηματικό ερεθισμό τους. Το ανεξέλεγκτο πάθος ανήκει αλλού και είναι κάτι μικρό και αδύναμο. Απαλλάσσεται από το φόβο ολοκληρωτικά – γιατί δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Η ακούσια παρόρμηση υπεισέρχεται κι εδώ – εκτός και αν ο φόβος έχει προειδοποιητικό χαρακτήρα. Και όσο για την επιθυμία ; Είναι φανερό ότι δεν επιθυμεί τίποτα κακό. Δεν θα έχει την επιθυμία των φαγητών και των ποτών για αυτήν την ίδια αλλά για τις ανάγκες του σώματος. Ούτε τα αφροδίσια – αν έχει κάποια από αυτά, νομίζω, θα είναι οι φυσικές χωρίς το ανεξέλεγκτο στοιχείο. Αν έχει και άλλες, αυτές θα οφείλονται στην φαντασία, η οποία ρέπει προς αυτές. Η ψυχή θα είναι αποκαθαρμένη από όλες αυτές τις επιθυμίες και θα θέλει να αποκαθαρεί και το άλογο τμήμα της, ώστε να μην είναι ευάλωτο. Και αν είναι, να μην είναι πάρα πολύ, αλλά οι πληγές του να είναι λίγες και ελαφρές λόγω της γειτνίασης με την ψυχή, όπως κάποιος που ζει δίπλα σε ένα σοφό επωφελείται από τη γειτνίαση μαζί του, είτε με το να γίνεται όμοιός του είτε από ντροπή να μην τολμά να κάνει τίποτε που να μην το εγκρίνει ο σοφός. Έτσι δεν θα υπάρχει διαμάχη. Η παρουσία του Λόγου θα είναι αρκετή, το χειρότερο τμήμα θα τον σέβεται, έτσι που και αυτό θα στεναχωρείται, αν κινηθεί από πάθος, επειδή δεν στάθηκε ήσυχο μπροστά στον αφέντη του και θα επιτιμά τον εαυτό του για την αδυναμία του. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι ηθικό σφάλμα, αλλά σωστή δράση για τον άνθρωπο. Μέλημα μας, όμως, δεν είναι μόνο να αποφεύγουμε τα ηθικά λάθη, αλλά να είμαστε Θεός. Εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν ακούσιες παρορμήσεις, ο άνθρωπος είναι Θεός και δαίμονας με διπλή φύση, ή μάλλον έχει μαζί του κάποιον άλλον με διαφορετικό είδος αρετής. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι παρορμήσεις, τότε είναι μόνο Θεός και μάλιστα ένας από αυτούς που ακολουθούν τον Πρώτο. Γιατί είναι ένας Θεός που ήρθε από εκεί ψηλά, και η φύση του, αν γίνει αυτό που ήταν όταν ήρθε, ανήκει εκεί. Όταν ήρθε εδώ συγκατοίκησε με κάποιον άλλον τον οποίον θα κάνει όμοιο με τη φύση του, όσο του είναι δυνατόν, ώστε αυτός να μην είναι ευάλωτος και να μην κάνει τίποτε που ο αφέντης δεν θα ενέκρινε. Τι είναι τότε κάθε χωριστή αρετή, σε έναν τέτοιο άνθρωπο ; Σοφία και θεωρητική φρόνηση όσων ο νους περιέχει, που ο νους κατέχει με άμεση επαφή. Υπάρχουν δυο είδη σοφίας, η μία που είναι στον νου και η άλλη που είναι στην ψυχή. Αυτή που είναι στον νου δεν είναι αρετή, αυτή που είναι στην ψυχή είναι αρετή. Τι βρίσκεται λοιπόν εκεί ; Η ενέργεια αυτού και αυτό που είναι. Η αρετή είναι κάτι που έρχεται από εκεί και υπάρχει εδώ, μέσα σε κάτι το οποίο έχει διαφορετική φύση. Γιατί ούτε αυτοδικαιοσύνη ούτε και άλλη αρετή είναι αρετές αλά υποδείγματα αρετών. Αρετή είναι αυτό που πηγάζει από αυτά, μέσα στην ψυχή. Η αρετή είναι η αρετή κάποιου. Αλλά το υπόδειγμα καθεμίας ξεχωριστής αρετής δεν είναι κάποιου άλλου, αλλά αυτού του ίδιου. Αν η δικαιοσύνη είναι η οικειοπραγία, τότε έχει ανάγκη πολλαπλών μερών; Υπάρχει μια πολλαπλή δικαιοσύνη, αυτή που διατάσσει όντα με πολλαπλά μέρη, και μία άλλη, που είναι ολοκληρωμένη οικειοπραγία ακόμη και όταν είναι ενός. Η αληθής αυτοδικαιοσύνη είναι η σχέση του ενός προς τον εαυτό του, χωρίς πολλαπλότητα. Έτσι η υψηλή δικαιοσύνη μέσα στην ψυχή είναι η ενέργεια που στρέφεται προς τον νου, η σωφροσύνη είναι η ενδόν στροφή προς τον νου, η ανδρεία είναι η απάθεια, καθ’ ομοίωση αυτού προς το οποίο είναι στραμμένο, το οποίο έχει απαθή φύση : αυτή η απάθεια στην ψυχή έρχεται από την αρετή, προκειμένου να μην μοιράζεται τα πάθη του χειρότερου συγκατοίκου της. Αυτές οι αρετές στην ψυχή ακολουθούν, επίσης η μία την άλλη, αμοιβαία, όπως τα ονομαζόμενα υποδείγματά τους, εκεί μέσα στον νου, τα οποία προηγούνται των αρετών. Η νόηση εκεί είναι επιστήμη και σοφία, η σωφροσύνη η προς εαυτόν στροφή, η οικειοπραγία το οικείο έργο, και ανάλογο της ανδρείας είναι η αϋλότητα και το αφεαυτού μένειν καθαρό. Στην ψυχή, ο όραση που τείνει προς τον νου είναι σοφία και φρόνηση, αρετές που ανήκουν στην ψυχή. Η ψυχή δεν είναι οι αρετές της, όπως συμβαίνει με τον νου. Και οι υπόλοιπες αρετές ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο. Και λόγω της κάθαρσης, επειδή όλες οι αρετές είναι καθάρσεις χάρη στην καθαρτική διαδικασία, γίνεται απαραίτητο η ψυχή να έχει όλες τις αρετές. Αλλιώς καμία τους δεν θα ήταν τέλεια. Όποιος έχει τις μείζονες αρετές έχει αναγκαστικά εν δυνάμει και τις ελάσσονες, αλλά αυτός που έχει τις ελάσσονες δεν έχει αναγκαστικά και τις μείζονες. Τέτοια είναι η ζωή του σπουδαίου. Το κατά πόσο αυτός που κατέχει τις σπουδαιότερες αρετές έχει και τις μικρότερες εν ενεργεία ή με άλλο τρόπο, οφείλουμε να το εξετάσουμε για κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Ας πάρουμε την φρόνηση. Αν αυτός χρησιμοποιεί τις άλλες μείζονες αρχές, πως αυτή υπάρχει ακόμη, έστω και σε μη ενεργητική κατάσταση ; Πώς γίνεται, αν η κάθε αρετή έχει τα δικά της φυσικά όρια, να υπάρχει μια σωφροσύνη που να μετριάζει τις επιθυμίες και μια άλλη που να τις αναιρεί; το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αρετές, μιας και κινήσαμε το ζήτημα της φρόνησης. Μήπως αυτός έχει γνώση των αρετών και του τι μπορεί να περιμένει από αυτές και ενεργεί σύμφωνα με αυτές και κατά τις περιστάσεις ; Αλλά όταν υψώνεται σε σπουδαιότερες αρχές και σε άλλα μέτρα, θα πράξει σύμφωνα με αυτά. Για παράδειγμα, δεν θα κάνει τη σωφροσύνη να συνίσταται στον μετριασμό των παθών του, αλλά θα χωρίζει εντελώς τον εαυτό το, όσο γίνεται, από το χειρότερο τμήμα του και δεν θα ζει τη ζωή του αγαθού όπως απαιτεί η πολιτική αρετή. Αντίθετα, θα εγκαταλείπει αυτήν και θα επιλέγει άλλη, εκείνη των Θεών, γιατί οφείλουμε να μοιάζουμε με εκείνους και όχι με τους αγαθούς ανθρώπους. Η ομοίωση με τους αγαθούς ανθρώπους είναι η ομοίωση μιας εικόνας με μια άλλη που έχει το ίδιο πρότυπο. Η ομοίωση με τον Θεό είναι εκείνη της εικόνας με αυτό το ίδιο το υπόδειγμα.[101]

Όμως : τρείς είναι οι ενέργειες της ψυχής. Η μια προς τα επόμενά της επιστρέφει γνωρίζοντας τα αισθητά, η άλλη προς τον εαυτό της δια του εαυτού της ορά πάντα τα όντα – διότι η ψυχή πάμμορφον άγαλμα είναι πάντων των όντων τους Λόγους έχουσα, ή προς το νοητό ανατείνοντας τις ιδέες ορώσα. Και εξ αυτών των τριών των ενεργειών της ψυχής διαφέρουν γνωσιακά το πολιτικό, το καθαρτικό και το θεωρητικό, ο πολιτικός γνωρίζει τα αισθητά, ο καθαρτικός τους εν τη ψυχή Λόγους, ο δε θεωρητικός τα Ιδέες, όμως ουδείς είναι αληθινός φιλόσοφος αν δεν έχει πάντων των Όντων την γνώση, αλλά μόνο την μερική, και ούτε του μέρους ακριβής θεωρός είναι, αν δεν γνωρίσει την σχέση του μέρους προς τα άλλα δυο. Εξ ου και είναι ανάγκη να γνωρίσει και τα τρία. Ο πολιτικός γνωρίζει τα αισθητά κατά τους εν αυτώ Λόγους και διαμέσου αυτών τα τακτοποιεί αποβλέποντας προς την ψυχή. Θέτει αντίστοιχο της λογικής ψυχής τους φύλακες, προς το θυμικό τους στρατιώτες και προς το επιθυμητικό τους θήτες. Επιπροσθέτως, τους φύλακες δύναται να τους ανεβάσει στο αγαθό δια της παιδείας, ώστε των τριών επιστήμων να είναι. Ο δε καθαρτικός ελισσόμενος πέριξ των μέσων γνωρίζει τους Λόγους της ψυχής, διαμέσου δε αυτών γνωρίζει και τα άκρα (δηλαδή τα αισθητά και τα νοητά). Ο θεωρητικός γνωρίζει τα αισθητά,  αναγάγει αυτά από του πλήθους επί το ”Εν” το εν τω νοητώ. Αλλά επειδή υπάρχει “Εν” και πλήθος εν τω νοητώ, ανάγει το “Εν”, το εν τω νοητώ, επί το “Εν” το εν τω Θεών. Αυτό το “Εν”, των Θεών, είναι απολύτως “Εν” απλήθυντο και δεν υπάρχει άλλος θεός ή μονάδα χωρίς πλήθος, πλην αυτού. Ο πολιτικός ασχολείται με τις λύπες, τις ηδονές και τη φροντίδα του σώματος και για αυτό το λόγο δεν αποκτά απάθεια, αλλά μετριοπάθεια. Οι άλλοι δύο, ο καθαρτικός και ο θεωρητικός, φροντίζουν τα σώματα σαν να ήταν ένας φλύαρος γείτονας, έτσι ώστε να μην τους εμποδίζει, έχοντας ως ολοκλήρωση την απάθεια.[102]

Μάλιστα : μόνος ο πολιτικός ως όργανο χρησιμοποιεί το σώμα, έχοντας ανάγκη θυμικού, ως υπέρ πατρίδας, αλλά και επιθυμητικού για να ευ ποιήσει τους πολίτες. Ούτε ο καθαρτικός ούτε ο θεωρητικός έχει ανάγκη του σώματος. Γιατί καθαρτικός είναι ψυχή απολυόμενη του σώματος, των δεσμών βεβαίως μενόντων και μη λυόμενων, αλλά δια του συμπαθούς λυομένων. Γιατί είναι και εδώ ενώ βρίσκεται άνω θεωρητικώς εξαιτίας κάποιας συμπάθειας και ενώ είναι άνω είναι εδώ, και η ψυχή χάνει τα φτερά της και κατέρχεται εδώ και πτοείται περί αυτά εξ αιτίας της φιλοσοματικότητάς της. Θεωρητικός δε είναι ψυχή επολελυμένη του σώματος, πάλι εδώ λύση νοούντες ημών κατά το άσχετο. Γιατί του θεωρητικού η ψυχή κατά το θεότατον εν αυτή ενεργούσα, και τούτου του οστρεϊνου και πνευματικού οχήματος απολύεται. Περί αυτών είπε ο ποιητής “από αυτά ο γυμνωθείς ράκεων πολυμήτις Οδυσσέας”. Γιατί πολυμήτις αληθώς ο θεωρητικός των ράκεων τοιούτων απαλλαγείς.[103]

Εν ολίγοις : Όπως ακριβώς ο Εμπεδοκλής έλεγε ότι ο νοητός και ο αισθητός Κόσμος γίνεται κατά μέρος, όχι επειδή άλλοτε γίνεται ο αισθητός και άλλοτε ο νοητός(ο οποίος αεί υπάρχει), αλλά επειδή η ψυχή άλλοτε ζει κατά το νοητό και τότε λέμε ότι γίνεται ο νοητός Κόσμος και άλλοτε ζει κατά το αισθητό και τότε λέμε ότι γίνεται ο αισθητός Κόσμος, έτσι και στον Ορφέα οι 4ιες βασιλείες δεν είναι άλλοτε υπαρκτές και άλλοτε όχι, αλλά υπάρχουν πάντα και υπονοούν τις διάφορες βαθμίδες των αρετών, με βάση τις οποίες η ψυχή μας ενεργεί έχοντας τα σύμβολα όλων των αρετών και των θεωρητικών και των καθαρτικών, και των πολιτικών και των ηθικών. Είτε δηλ. ζει & ενεργεί κατά τις θεωρητικές αρετές, παράδειγμα των οποίων είναι η του Ουρανού βασιλεία, για να αρχίσουμε από άνωθεν. Για αυτό και Ουρανός λέγεται παρά το ορά τα άνω. Ή καθαρτικώς ζει & ενεργεί, των οποίων παράδειγμα είναι η Κρόνια βασιλεία. Για αυτό και Κρόνος λέγεται, σαν να είναι κορόνους, λόγο του ότι ορά τον εαυτό του. Για αυτό και λέγεται ότι καταπίνει τα οικεία του γεννήματα, επειδή ο ίδιος επιστρέφει στον εαυτό του. Είτε κατά τις πολιτικές αρετές ζει και ενεργεί, των οποίων σύμβολο είναι η βασιλεία του Διός, για αυτό και λέγεται δημιουργός ο Ζεύς, επειδή ενεργεί περί τα δεύτερα. Είτε ζει και ενεργεί κατά τις ηθικές & φυσικές αρετές, των οποίων σύμβολο είναι η βασιλεία του Διονύσου, για αυτό και διαμελίζεται ο Διόνυσος, επειδή οι αρετές δεν ακολουθούν η μία την άλλη.[104]

Δηλαδή είναι άλλη η αρετή του θνητού ανθρώπου – της ένωσης αΐδιας & λογικής ψυχής με θνητή και άλογη ψυχή-ζωή και ένα θνητό σώμα με το οποίο ζει εν τη γενέσει – και άλλη η αρετή του καθαυτό ανθρώπου, της τριδυνάμου αΐδιας & λογικής ψυχής.

Τουτέστιν : Διαφορετικές είναι οι αρετές του πολιτικού ανθρώπου, διαφορετικές εκείνου που προς την θεωρία ανέρχεται και γι’ αυτό λέγεται θεωρητικός, διαφορετικές οι αρετές εκείνου που είναι ήδη τέλειος θεωρητικός και είναι πια επόπτης και διαφορετικές οι αρετές του νοός, στον βαθμό που είναι νους και καθαρός από την ψυχή.         Οι αρετές του πολιτικού ανθρώπου έγκειται στην μετριοπάθεια και χαρακτηρίζονται από το ότι έπονται και ακολουθούν τον συλλογισμό περί το ποιο είναι πρέπον ως προς τις πράξεις. Για τούτο, αποβλέποντας στην ασφαλή συναναστροφή με τους πλησίον μας, ονομάζονται πολιτικές από τη συμβίωση και την συναναστροφή. Η φρόνηση υπάρχει σε σχέση με το λογιζόμενο μέρος, η ανδρεία σε σχέση με το θυμικό, η σωφροσύνη σε σχέση με την εναρμόνιση και συμφωνία επιθυμητικού και λογιζομένου μέρους, ενώ η  δικαιοσύνη, τέλος, είναι η εκτέλεση από όλα τα παραπάνω του οικείου τους έργου σε σχέση με το άρχειν και το άρχεσθαι.         Οι αρετές του θεωρητικού ανθρώπου που προχωρεί προς την θεωρία είναι απομακρυσμένες από των ενταύθα πραγμάτων. Γι’ αυτό και ονομάζονται καθάρσεις, επειδή παρατηρούνται στην αποχή από τις πράξεις του σώματος και από τις συμπάθειες με αυτό. Τούτες είναι οι αρετές της ψυχής η οποία ανέρχεται προς το όντως ΟΝ, ενώ οι πολιτικές αρετές κοσμούν τον θνητό άνθρωπο – οι πολιτικές είναι πρόδρομοι των καθαρτικών αρετών, διότι, αφού ο άνθρωπος στολιστεί με τις τελευταίες αυτές, απέχει από τις προηγούμενες πράξεις του που έκανε με το σώμα -, γι’ αυτό το να μην έχει η ψυχή την ίδια γνώμη με το σώμα αλλά να ενεργεί μόνη της δημιουργεί τη φρόνηση, η οποία φτάνει στην τελείωσή της μέσω της καθαρής νόησης. Η έλλειψη κοινότητας παθών ψυχής & σώματος δημιουργεί τη σωφροσύνη, ενώ, αν η ψυχή δεν φοβάται όταν εγκαταλείπει το σώμα, σαν να πηγαίνει σε κάτι κενό και ανύπαρκτο, δημιουργείται η ανδρεία. Όταν, τέλος, ηγούνται η λογική και ο νους και δεν υπάρχει καμία αντίσταση, δημιουργείται η δικαιοσύνη. Η διευθέτηση σύμφωνα με τις πολιτικές αρετές φαίνεται στην μετριοπάθεια και τον τελικό σκοπό έχει το να ζει κανείς ως άνθρωπος σύμφωνα με την φύση, ενώ η διευθέτηση σύμφωνα με τις θεωρητικές αρετές φαίνεται στην απάθεια, και εδώ ο τελικός σκοπός είναι η προς τον Θεό ομοίωση.         Δεδομένου τώρα ότι το ένα είδος κάθαρσης είναι αυτό που καθαίρει και το άλλο αφορά εκείνους που έχουν καθαρθεί, οι καθαρτικές αρετές θεωρούνται σύμφωνα και με τις δυο παραπάνω σημασίες της κάθαρσης. Καθαίρουν δηλαδή την ψυχή και συνυπάρχουν με αυτή που είναι πια καθαρμένη – το να καθαρθεί κανείς άλλωστε είναι η ολοκλήρωση της καθαρτήριας διαδικασίας -, δεδομένου όμως ότι η κάθαρση και το να είναι κανείς καθαρμένος σημαίνει την αποβολή κάθε αλλότριου πράγματος, το αγαθό που προκύπτει από τη διαδικασία αυτή θα είναι διαφορετικό από αυτό που καθαίρει. Έτσι, αν αυτό που καθαίρεται ήταν αγαθό πριν από την ακαθαρσία που το έπληξε, τότε η κάθαρση αρκεί.         Η κάθαρση λοιπόν θα είναι αρκετή, κι αυτό που θα απομείνει θα είναι το αγαθό, όχι η κάθαρση. Η φύση της ψυχής όμως δεν θα ήταν αγαθή, αλλά είχε την δυνατότητα να μετέχει στο αγαθό και θα ήταν αγαθοειδής, αλλιώς δεν θα είχε βρεθεί εν κακώ. Το αγαθό της ψυχής, επομένως, συνίσταται στην ένωσή της με τον γεννήτορά της, ενώ η κακία της συνίσταται στην επαφή της με τα πράγματα που έρχονται μετά από αυτή. Η κακία της μάλιστα είναι διπλή : αφενός η συνύπαρξη της με την γένεση και αφετέρου η μετά παθών υπερβολής αυτής της συνύπαρξης. Για τον λόγο αυτό, οι πολιτικές αρετές, που απαλλάσσουν την ψυχή από μια μόνο κακία, θεωρήθηκαν αρετές και είναι πολύτιμες, οι καθαρτικές όμως είναι πολυτιμότερες και απαλλάσσουν την ψυχή, κατά το ότι είναι ψυχή, από την κακία γενικά.           Καθαρμένη λοιπόν η ψυχή θα συνυπάρχει οπωσδήποτε με τον γεννήτορά της. Η αρετή της έτσι, μετά την επιστροφή της, θα είναι αυτή που συνίσταται στην γνώση και την αληθινή πρόσληψη του Όντος, όχι υπό την έννοια ότι δεν έχει η ίδια από μόνη της, αλλά ότι χωρίς το πρότερό της ΟΝ δεν βλέπει τα στοιχεία του εαυτού της.          Τρίτο τώρα είδος αρετών, μετά τις καθαρτικές και τις πολιτικές, αποτελούν οι αρετές της ψυχής που ενεργεί νοητικά. Εδώ, η σοφία και η φρόνηση συνίστανται στη θεωρία όσων έχει ο Νους, ενώ η δικαιοσύνη είναι η επιτέλεση του οικείου έργου στην εναρμόνισή της με τον Νου και τη σύμφωνα με τον Νου ενέργεια. Εξάλλου, η σωφροσύνη είναι η εσωτερική προς τον νου στροφή, και η ανδρεία είναι η απάθεια, σύμφωνα με την ομοίωση με αυτό προς το οποίο βλέπει η ψυχή και το οποίο είναι μια φύση απαλλαγμένη από πάθη. Οι αρετές αυτές ακολουθούν αμοιβαίως η μία την άλλη, όπως και οι προηγούμενες.           Τέταρτο είδος αρετών είναι οι υποδειγματικές, οι οποίες υπάρχουν στον Νου. Είναι ανώτερες από τις ψυχικές και είναι υποδείγματα αυτών των οποίων οι αρετές της ψυχής ήταν ομοιώματα. Νους είναι αυτός στον οποίο υπάρχουν τα πάντα ως υποδείγματα. Εν προκειμένω, επιστημονική γνώση είναι η νόηση και σοφία ο νους ως γνωστικό υποκείμενο. Σωφροσύνη είναι αυτό που στρέφει προς εκείνον, και το οικείο του νου έργο είναι η ίδια η οικειοπραγία. Ανδρεία είναι η ταυτότητα με τον εαυτό του και το να  παραμένει στον εαυτό του καθαρός χάρη στο πλεόνασμα της δύναμής του.       Υπάρχουν λοιπόν τέσσερα είδη αρετών. Από αυτές κάποιες – οι υποδειγματικές – αναφέρονται στον νου και συντρέχουν με αυτόν κατά την ουσία, ενώ άλλες σχετίζονται με την ψυχή που ενορά πλέον προς τον Νου και πληρούται από αυτόν. Κάποιες πάλι ανήκουν στην καθαιρόμενη και καθαρσίσα ανθρώπινη ψυχή από του σώματος και από τα άλογα πάθη, και κάποιες άλλες στην ανθρώπινη ψυχή που κοσμεί τον άνθρωπο οριοθετώντας μέσα σε μέτρα την άλογη φύση και δημιουργώντας έτσι τη μετριοπάθεια. Όποιο διαθέτει τις μείζονες αρετές κατέχει αναγκαστικά και τις ελάσσονες, το αντίστροφο όμως δεν ισχύει. Ούτε αυτός που κατέχει τις μείζονες αρετές θα ενεργήσει προηγουμένως σύμφωνα με τις ελάσσονες, παρά μόνο στον βαθμό που αυτό απαιτείται εν τη γενέσει. Διότι, όπως προαναφέρθηκε, τα είδη των αρετών έχουν διαφορετικούς σκοπούς το ένα από το άλλο. Των πολιτικών αρετών σκοπός είναι να βάλουν μέτρο στα πάθη κατά τις σύμφωνα με τις κατά φύση πράξεις τους. Των καθαρτικών αρετών σκοπός είναι η πλήρης απομάκρυνση των παθών, που στο προηγούμενο στάδιο περιορίζονταν απλώς μέσα στα μέτρα. Σκοπός των νοητικών αρετών είναι η κατά νου ενέργεια, καθώς την απομάκρυνση από τα πάθη δεν την διανοούνται. Των υποδειγματικών, τέλος, που η ενέργειά τους δεν σχετίζεται με τον νου, αλλά φτάνουν στον νου συντρέχουν με αυτό κατά την ουσία.Έτσι όποιος ενεργεί κατά τις πρακτικές αρετές είναι σπουδαίος άνθρωπος, ενώ αυτός που ενεργεί κατά τις καθαρτικές αρετές είναι δαιμόνιος άνθρωπος ή ακόμα και αγαθός δαίμονας. Αυτός που ενεργεί μόνο κατά τις νοητικές αρετές είναι θεός, και αυτός, τέλος, που ενεργεί σύμφωνα με τις υποδειγματικές είναι πατέρας των θεών.           Πρέπει να φροντίζουμε κατεξοχήν για τις καθαρτικές αρετές, σκεπτόμενοι ότι αυτές κατακτιούνται μεν στην παρούσα ζωή, μέσω αυτών όμως επιτυγχάνεται η άνοδος και στις πολυτιμότερες αρετές. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάσουμε μέχρι ποιο βαθμό και σε πόση έκταση είναι δυνατή η κάθαρση, διότι πρόκειται για χωρισμό από το σώμα και από την άλογη παθητική κίνηση. Πρέπει λοιπόν να πούμε πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και μέχρι ποιο σημείο. Πρώτα από όλα, σαν θεμέλιο και υποκειμένη βάση της κάθαρσης, πρέπει να γνωρίζει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι μια ψυχή συνδεδεμένη με ένα πράγμα ξένο προς αυτή και διαφορετικό ως προς την ουσία του. Δεύτερον, με αφετηρία αυτή τη σύνδεση, πρέπει να συγκεντρώνει τον εαυτό του από το σώμα και τους διαφορετικούς, θα λέγαμε, τόπους, ώστε να βρίσκεται σε μία κατάσταση πλήρους απάθειας ως προς το σώμα. Διότι όποιος ενεργεί συνεχώς με την αισθητηριακή αντίληψη, ακόμα και αν δεν το κάνει αυτό με συνάφεια αισθημάτων και με την απόλαυση που απορρέει από τις ηδονές, η προσοχή του, παρόλα αυτά, σκορπίζεται γύρω από το σώμα και συνδέεται με αυτό μέσω της αίσθησης, όντας παραδομένος στις ηδονές και τις λύπες των αισθημάτων με προθυμία και με εκδήλωση μιας συμπάσχουσας κλίσης. Από αυτή κατεξοχήν τη διάθεση πρέπει να καθαρθεί. Τούτο βέβαια θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν κανείς δεχόταν τις απαραίτητες ηδονές και τις αισθήσεις για λόγους θεραπείας μόνο ή για απαλλαγή από τους πόνους, ώστε να μην εμποδίζεται. Επίσης, πρέπει μα απομακρυνθούν και οι πόνοι, και αν αυτό είναι αδύνατον, πρέπει να τους υπομένουμε με λιγότερο βαρύτροπο, μετριασμένους από την έλλειψη συμπάθειας. Τον θυμό επίσης πρέπει, όσο γίνεται να τον αποβάλλουμε, και, αν είναι δυνατόν τελείως. Και αν αυτό δεν μπορεί να συμβεί, να μην συνδυάζουμε με αυτόν τις επιλογές μας, αλλά οι προαίρετες πράξεις πρέπει να ανήκουν σε κάτι άλλο – και το απροαίρετο στοιχείο είναι αδύναμο και μικρό. Τον φόβο όμως πρέπει να τον αποβάλουμε εντελώς. Διότι ο καθαιρόμενος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα – και εδώ θα πρόκειται για κάτι απροαίρετο-, οπότε ο θυμός και ο φόβος πρέπει να χρησιμοποιούνται για λόγους νουθεσίας. Πρέπει να εξορίσουμε την επιθυμία για κάθε κακό πράγμα. Φαγητά και ποτά επίσης δεν θα επιθυμήσει κάποιος, στον βαθμό που έχει καθαρθεί, ενώ το απροαίρετο στοιχείο δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στις φυσικές σαρκικές επιθυμίες. Αν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, πρέπει να περιορίζεται στις παρορμητικές εικόνες που εμφανίζονται στον ύπνο. Σε κάθε περίπτωση, η νοητική ψυχή του ανθρώπου που καθαίρεται πρέπει να είναι απαλλαγμένη από όλα τούτα. Πρέπει επίσης να προσπαθεί κανείς ώστε αυτό που κινείται προς την άλογη φύση των σωματικών παθών να κινείται χωρίς συμπάθεια και χωρίς άμεση σύνδεση με αυτό, έτσι ώστε και οι κινήσεις αυτές να καταλύονται μέσω της εγγύτητάς τους προς τις λογικές δυνάμεις. Δεν θα υπάρξει λοιπόν σύγκρουση ενόσω η κάθαρση συνεχίζει την πορεία της, αλλά αυτό θα συμβεί εκεί όπου η παρουσία του λόγου είναι αρκετή, του λόγου τον οποίον το κατώτερο στοιχείο θα σεβαστεί, ώστε και το ίδιο το στοιχείο αυτό θα αγανακτήσει, αν κινηθεί καθόλου, διότι δεν έμεινε ήσυχο παρουσία του αφέντη του, και θα κατηγορήσει τον εαυτό του για αδυναμία. Και αυτά για την ώρα είναι μόνο μετριασμοί των παθών, αλλά με την επίταση τους καταλήγουν στην απάθεια. Όταν το συμπάσχον στοιχείο καθαρθεί τελείως, η απάθεια συνυπάρχει με αυτόν που έχει καθαρθεί, αφού και το πάθος κινούνταν όταν ο λόγος έδινε το σύνθημα μέσω της ροπής.[105]

Μάλιστα ο μεν Πλάτων λέγει ότι : «Φρόνηση είναι δύναμη δημιουργική καθ’ αυτήν της του ανθρώπου ευδαιμονίας. Επιστήμη των αγαθών και των κακών. Κριτήριο του τι πρέπει να πράττουμε και τι όχι».[106]

Εξ ου και λέμε ότι : άπασες οι αρετές είναι εξαρτημένες από την φρόνηση και περί αυτή υποστασοιοποιούνται και από ταύτης εφορμούνται. Και το διαγνώσκειν τα αγαθά και τα κακά είναι έργο της φρονήσεως, όπως έδηξε ο Σωκράτης στον του Πλάτωνος “Χαρμίδη” και “Μένωνα.[107]

Μάλιστα : η φρόνηση, που είναι ο ηγεμών όλων των αρετών και τις χρησιμοποιεί όλες, σαν όμμα νοητικό, ευ διακοσμεί τις τάξεις, τα μέτρα και την εγκαιροτάτη διάθεση αυτών. Αυτή λοιπόν δέχεται την γέννησή της από τον καθαρό και τέλειο νου. Καθώς δε δημιουργείται έτσι σε αυτόν τον νου αποβλέπει και τελειοποιείται από αυτόν και τον έχει μέτρο και παράδειγμα κάλλιστο πασών των εν αυτή ενεργειών. Κι αν έχουμε κάποια (επι)κοινωνία με τους Θεούς, δια ταύτης της αρετής αυτή συνίσταται, και με αυτή ιδιαιτέρως εξομοιωνόμαστε με τους Θεούς. Και η διάγνωση των αγαθών και των συμφερόντων και των καλών και των ενάντιων μας γίνεται από ταύτης και η κρίση και η επίτευξη των έργων των ταιριαστών κατευθύνεται δια αυτής. Και, για να μιλήσουμε γενικά, η φρόνηση είναι κάποια δύναμη που κυβερνά τους ανθρώπους και είναι όλης της εν αυτοίς διατάξεως αρχηγός και, ανάγοντας την στο θείο υπόδειγμα κατά την άριστη ομοιότητα ζωγραφίζει τις πόλεις, τους οίκους και τον βίο εκάστου ανθρώπου, το μέν εξαλοίφει, το δε σφουγγίζει, τα δε συμμέτρως απεικονίζει. Εξ ου και η φρόνηση θεοειδής απεργάζεται όσους αυτήν έχουν.[108]

Εξ ου και : Κάθαρση της ψυχής είναι, για μεν το λογιστικό μέρος της, η των κάτω χαρακτηριστικών και πλανωμένων, κατά την θεολόγο φωνή, των βιοτικών φροντίδων και θορύβων και των φαύλων κλίσεων, δηλαδή των ατόπων προλήψεων απαλλαγή και τέλεια απάλειψη. Για το επιθυμητικό, το να μη ορμά καθόλου προς την ύλη, μήτε να αποβλέπει στην αίσθηση, αλλά να είναι πειθήνιο στο Λόγο. Για το θυμικό, ακολούθως, το να μην ταράζεται ποτέ για όσα συμβαίνουν. Μετά την κάθαρση αυτή και την των αισχίστων δυνάμεων νέκρωση η ρύθμιση, χρειάζεται και η ανάβαση και η θέωση. Γιατί πρέπει, αφού αφήσει κανείς το κακό, να πράξει το αγαθό, κι ακόμη να απαρνηθεί πρώτα την Προσωπικότητά και έπειτα να πορευθεί προς την της θεώσεως ακρότητα κατάσταση. Ποια είναι η ανάβαση και η θέωση; Για το νου, η τελειοτάτη επιστήμη των όντως Όντων και του υπέρ τα όντα, όσο αυτό είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση. Για τη βούληση, η παντελής και συνεχής τάση και κίνηση προς το Πρώτο Αγαθό & Καλό. Για το θυμικό, η ενεργεστάτη και πρακτικοτάτη προς το ποθούμενο κίνηση, η ανέκλυτος και ανένδοτη, που δεν την ανακόπτει καμιά δυσκολία που παρουσιάζεται, αλλά προχωρεί μανικώς και μεταστρόφως. Τόσο πιο σφοδρή πρέπει να είναι η προς τα καλά κίνηση της ψυχής, από την κίνηση προς τα κακά, όσο ανώτερα είναι τα νοητά κάλλη από τα αισθητά. Και τόσο μόνο να ενδιαφέρεται για τη σάρκα, όσο φτάνει για τη συντήρησή της και τον πορισμό των αναγκαίων για την ύπαρξη, ώστε να μην καταστραφεί βίαια το ζωντανό σώμα.[109]

Εξ ου και λέμε ότι : Όλα τα αγαθά πρέπει να αιτούνται παρά των Θεών όσοι έχουν νου, προπάντων να εύχονται να αποκτούνε, όσο είναι εφικτό σε άνθρωπο, την περί Θεών επιστήμη εξ αυτών των ιδίων των Θεών. Διότι δεν λαμβάνει τίποτα πιο μείζον ο άνθρωπος – παρά των Θεών, ούτε του χαρίζεται, παρά των Θεών, κάτι πιο σεμνό από την αλήθεια. Διότι όλα τα άλλα που δέονται οι άνθρωποι και τους δίνει ο Θεός, τον νου και την φρόνηση τους την μεταδίδει από τον εαυτό του, διότι κατέχει και χρησιμοποιεί αυτά ως δικά του. Διότι το θείο δεν είναι μακάριο από τον άργυρο και από τον χρυσό ούτε ισχυρό ένεκα των βροντών και των κεραυνών, αλλά μακάριο είναι και ισχυρό είναι λόγω επιστήμης και φρονήσεως.Γι’ αυτό προπάντων πόθος θέωσης για την ψυχή είναι η έφεση της για την περί θεών αλήθεια, θεωρώντας την αναζήτηση και την μάθηση ως ανάληψη ιερών, έργο οσιότερο από κάθε αγνεία & νεωκορία. [110]

Τουτέστιν ο Βασιλέας των Δελφών ξέχασε ότι η διάνοια του ανθρώπου έχει κατεξοχήν καθιερωθεί ως ναός του Διονύσου και πως σεβόμεθα τον θεό κατά πως πρέπει, όταν τον εν ημίν νου τον καθιστούμε καθαρό από πάσα κακία σαν από είδους κηλίδας εξομοιώνοντας τη διάνοιά μας με τον Θεό –  οι Θεοί είναι μόνον Ενάδες & Αγαθότητες και έχουν για μόνη τους ενέργεια την πρόνοια[111], κάτι που επιτυγχάνεται με την αρετή και μόνο – διότι μόνο η αρετή έλκει την ψυχή προς τα επάνω, προς τα συγγενικό της στοιχείο, και αντί πριν από όλα να προσφέρει τον εαυτό του σαν ιέρειο και να τεκταίνει την ψυχή του σε θείο άγαλμα και σε υποδοχή του θείου φωτός τον νου του να κατασκευάζει, έπαψε να κοσμεί για το θείο εν τη σκέψη του το ιερό έμψυχο άγαλμα, τον νου του, του απεικονιζόμενου αγάλλοντος του θεού.

Κατά την έννοια ότι : κατά πως έλεγαν και οι Πυθαγόρειοι – θα τιμήσεις άριστα τον Θεό αν εξομοιώσεις την διάνοιά σου με τον θεό και η διαρκώς εδρεωμένη ένθεη σκέψη μας συνάπτει με τον θεό. Γιατί είναι ανάγκη το όμοιο να πηγαίνει στο όμοιο, για αυτό και μόνο ο σοφός λέγεται Ιερέας, μόνος αυτός είναι θεοφιλής, μόνο αυτός ξέρει να προσεύχεται. Γιατί ξέρει να τιμά μόνο εκείνος που δεν συγχέει την αξία όσων τιμώνται και που πριν από όλα προσφέρει τον εαυτό του σαν ιέρειο και τεκταίνει την ψυχή του σε θείο άγαλμα και σε υποδοχή του θείου φωτός τον νου του κατασκευάζει. Γιατί τι παρόμοιο θα προσφέρεις από τα συνηθισμένα υλικά, το οποίο θα το κάνεις άγαλμα ταιριαστό στο θεό ή δώρο που να μπορεί να ενωθεί μαζί του : Αυτά, λοιπόν, είναι ανάγκη να συμβαίνουν στην λογική ψυχή που καθάρθηκε. Γιατί, όπως λένε οι Πυθαγόρειοι, ο θεός δεν έχει πάνω στην γη τόπο καταλληλότερο από την καθαρή ψυχή. Και ο δελφικός θεός συμφωνεί λέγοντας : “Με τους ευσεβείς βροτούς χαίρομαι τόσο, όσο με τον Όλυμπο. [112]

Τουτέστιν:  σεβόμεθα τον θεό κατά πως πρέπει, όταν τον εν ημίν νου τον καθιστούμε καθαρό από πάσα κακία σαν από είδους κηλίδας. Κοσμούμε το ιερό με αναθήματα, την δε ψυχή με μαθηματικά. Και όπως προ των Μεγάλων Μυστηρίων παραδείδονται τα Μικρά Μυστήρια, έτσι και πριν την Φιλοσοφία η Παιδεία.[113]

Δηλ. : τον Θεό θα τον τιμήσεις με τον καλύτερο τρόπο, όταν εξομοιώσεις τη διάνοιά σου με αυτόν, κάτι που επιτυγχάνεται με την αρετή και μόνο. Διότι μόνο η αρετή έλκει την ψυχή προς τα επάνω, προς τα συγγενικό της στοιχείο. Μετά τον Θεό, δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο εκτός από την αρετή.      Μεγαλύτερο από την αρετή είναι ο Θεός. Και ο Θεός στηρίζει τον άνθρωπο που πράττει τα ωραία. Αντίθετα των κακών πράξεων πρωτεργάτης είναι ο κακός Δαίμων. Η πονηρή ψυχή λοιπόν απομακρύνεται από τον Θεό, δεν δέχεται την ύπαρξη της θείας πρόνοιας και αποστατεί με κάθε τρόπο από τον θείο νόμο, τον τιμωρό των κακών. Η ψυχή, όμως, του σοφού εναρμονίζεται με τον θεό, με τον θεό που αεί τον ορά, και συνυπάρχει πάντοτε με αυτόν. Επειδή δε ο άρχων χαίρεται με τον αρχόμενο έτσι και ο Θεός κήδεται και προνοεί για τον σοφό, και δια τούτο μακάριος ο σοφός διότι επιτροπεύεται υπό του θεού. Ο θεός δεν θεωρεί πολύτιμα τα λόγια του σοφού αλλά τα έργα του. Διότι ο σοφός άνθρωπος, και σιωπηλός όταν είναι, τιμά τον θεό, ενώ ο αμαθής & ευχόμενος & θύων μιαίνει το θείο. Μόνο ο σοφός άνθρωπος λοιπόν είναι ιερέας, μονό αυτός είναι θεοφηλής, μόνο αυτός ξέρει να (προσ)εύχεται. Και ο σοφία ασκών επιστήμη ασκεί την περί θεού, όχι λιτανεύων αεί και θύων αλλά δια των έργων του την προς τον θεό ασκών ευσέβεια.[114]

Τουτέστιν : ναι μεν το θείο είναι πανταχού και με κάθε τρόπο παρών, αλλά μονάχα του σοφού ανθρώπου η διάνοια έχει κατεξοχήν καθιερωθεί ως ναός του, και η πρέπουσα τιμή προς το θείο αποδίδεται από εκείνον που τον γνωρίζει καλύτερα. Και αυτός, φυσικά, είναι μόνο ο σοφός, που δια της σοφίας του τιμά το θείο, και δια της σοφία του κοσμεί για αυτό εν τη σκέψη του το ιερό έμψυχο άγαλμα, τον νου του, του απεικονιζόμενου αγάλλοντος θεού. [115]

Εν ολίγοις το τρίτο φως του Κόσμου, οι άνθρωποι, είναι όντως φως όταν στολίζονται με τις 4εις τετράδες των αρετών.

Κατά την έννοια ότι : Οι ανθρώπινες ψυχές που στολίστηκαν με την αλήθεια και την αρετή ονομάζονται κατά θέση δαίμονες ως δαήμονες και επιστήμονες του θείου. Χωρίζονται δε από τους φύσει Δαίμονες, που συμπληρώνουν το μεσαίο γένος, για αυτό και λέγονται καταχθόνιοι, επειδή μπορούν να ζουν ως πολίτες στη γη και να διεισδύουν σε γήινα σώματα και να κατοικούν εν τη γενέση, εξ ου και με το να λέγονται δαίμονες ξεχωρίζουν από τους φαύλους και αμαθείς ανθρώπους που είναι αδαείς & ανίδεοι, και λέγονται καταχθόνιοι επειδή ξεχωρίζουν από τους αεί ή κατ’ ουσίαν Δαίμονες και αεί ή κατ’ ουσίαν επιστήμονες που δεν έχουν τη φύση να πολιτεύονται επί γης και να ζουν μαζί με γήινα σώματα. Γιατί η προσωνυμία του καταχθόνιου δαίμονα δεν ταιριάζει σε κανέναν άλλο παρά σε αυτόν που είναι εκ φύσεως άνθρωπος αλλά εκ καταστάσεως γίνεται δαίμονας και δαήμων του θεού, επειδή το τρίτο γένος λέγεται ειδικά χθόνιο επειδή είναι το τελευταίο μέσα στις λογικές ουσίες και στρέφεται στη γήινη ζωή. Γιατί το πρώτο ήταν ουράνιο – οι εγκόσμιοι Θεοί, το μεσαίο αιθέριο – τα 3 κρείττονα γένη και το τελευταίο υλαιό – οι λογικές και αΐδιες ψυχές.[116]

Εξομοιούμενος λοιπόν με το θείο ο άνθρωπος  – δηλ. αφενός αναγόμενος στα νοητά αφετέρου και κυρίως  αποκτώντας την περί τα θεία επιστήμη – και στολίζοντας τον εαυτό του με τις 4 τετράδες αρετών (πολιτικές, καθαρτικές, θεουργικές & υποδειγματικές) στεφανώνει & κοσμεί την Χθόνα με το φως του όπως τα άστρα τον ουρανό. Κοσμεί την Χθόνα όπως τα άστρα τον ουρανό – γίνεται ένας χθόνιος ήλιος, ένας ήλιος της Χθόνας, κοσμεί αληθώς & όντως με ζωή & φως την Χθόνα όπως κοσμούν με τα ζωτικά και δημιουργικά συνθήματα των Θεών τα αγάλματα οι Tελεστές & Θεουργοί. Και τότε ξένο θαύμα εν ουρανώ και επί χθονός γίνεται, ότι θεός επί χθονός άμα και άνθρωπος εν ουρανώ. Τουτέστιν άπασες οι εν τη γενέσει τετελεσμένες-τέλειες λογικές & αΐδιες ψυχές, οι κατά θέση Ήρωες-Δαίμονες-Άγγελοι, είναι ψυχικώς θεοί επί Χθονί. Αυτοί οι άνθρωποι είναι Αβατάρ ή Αβατάρα, (σανσκριτικά: अवतार, Avatāra)

Φύγετε, λοιπόν, μακριά από την έριδα – ήτοι μακριά από τη μετά φθόνου και δυσμένειας φιλόνεικο ζωή, και από την διχόνοια που σκοτώνουν τον νου-ψυχή σας και την καρδιά σας, που σκοτώνουν την ελπίδα, την αγάπη, την ειρήνη, την πίστη, την ομονόηση, την ομοδικία, την ομοθυμία, την ομογνωμία, την ευνομία, την ενότητα, την ολότητα, την ακεραιότητα, την φιλία, την φιλότητα και την ομόνοια στον Κόσμο μας. Η έριδα – ήτοι η μετά φθόνου και δυσμένειας φιλόνεικος ζωή, και η διχόνοια είναι το σκότος και η σκοτεία που έχει καταπλακώσει τον Κόσμο μας. Είναι το σκότος που σαν μαύρη τρύπα στο κέντρο της θύελλας που ρουφάει τους ανθρώπους του σιδηρούν γένους στον όλεθρο

Φύγετε μακριά από την έριδα νικώντας την δια παντός άπαντα και αμετακλήτως, και προσπαθήστε να κατακτήσετέ άπασες τις Αρετές – Φρόνηση, Σωφροσύνη, Δικαιοσύνη, Ανδρεία – και κυρίως να ουσιοποιείσετε εντός σας παντέλεια την Τα Πάντα Δονούσα & Εξυψούσα Αγάπη και Ειρήνη, Φιλία, Φιλότητα, Ενότητα, Ολότητα, Ακεραιότητα!

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 1/8/2019 : “Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας (Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας –  φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς


[1]  Πρβλ. Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά, 293.b.8 – 293.f.6»

[2]  ἀφίκτωρ] = ἱκετῶν ἔφορος. (Scholia in Aeschylum  Supp.1.1).

[3]  Πβλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 238 – 247»

[4]  Πβλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 320 – 335»

[5]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου “Έργα και Ημέρες”, στ. 240-241.3 – 240-241.16»

[6]  <Ὁμόγνιοι θεοί> = οἷς οἱ συγγενεῖς κοινῶς ὀργιάζουσιν. (Βλ. Λεξικό Φώτιου & Τίμαιου σοφιστού «Εκ του Πλάτωνος λέξεως»). <Ὁμόγνιος> = ὁ τὰ τοῦ γένους ἐφορῶν δίκαια. ἢ ὁμογενὴς ἢ γνήσιος, φίλος. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

<Ὁμόγνιοσ> = ἀδελφός. ἢ ὁ γνήσιος συγγενής. ὁμογνίου αἵματος. (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά).

<<ὁ δὲ πατρὸς ἀδελφὸς θεῖος ἢ ἀδελφόθεος ἢ πατράδελφος ἢ πάτρως, ὁ δὲ μητρὸς ἀδελφὸς θεῖος ἢ μητράδελφος ἢ μήτρως ἢ νέννος· ἡ δὲ πατρὸς ἀδελφὴ θεία ἢ πατράδελφος, ἡ δὲ μητρὸς ἀδελφὴ θεία ἢ μητράδελφος ἢ τηθίς. ὁ δ᾽ ἀδελφοῦ ἢ ἀδελφῆς υἱὸς ἀδελφιδοῦς, καὶ ἡ ἀδελφοῦ ἢ ἀδελφῆς θυγάτηρ ἀδελφιδῆ. ἀδελφοὶ δ᾽ οἱ μὲν ἐκ ταὐτοῦ πατρὸς ὁμοπάτριοι καὶ ὁμοπάτορες, οἱ δ᾽ ἐκ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὁμομήτριοι καὶ ὁμομήτορες· καὶ ὁμογάλακτας δὲ τούτους καὶ ὁμογάστορας καὶ ὁμογαστρίους ὀνομαστέον, καὶ ὁμογνίους καὶ ὁμογόνους.>> (Βλ. Julius Pollux Gramm., Onomasticon 3.22.1 – 3.23.3)

[7]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου  “Έργα και Ημέρες”»

[8]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλαν, 35.12 – 35.13»

[9]  Πβλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.d.4 – 409.d.6.»

[10]  Πβλ Πλάτων «Όροι, 412.e.11 – 412.e.13»

[11]  Πβλ. Πλάτων «Όροι, 413.b.10»

[12]  Πβλ. Αρίωνος (Γεωργίου Νασιάκου) “Ετοπία Α’, σελ. 70»

[13]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, 1.209.13 – 1.211.8»

[14]  Πβλ. Αρίωνος (Γεωργίου Νασιάκου) “Ετοπία Α’, σελ. 161 – 163»

[15]  Πβλ. Αρίωνος (Γεωργίου Νασιάκου) “Ετοπία Α’”, σελ. 159 –

[16]  Πβλ. Αρίωνος (Γεωργίου Νασιάκου) “Ετοπία Α’”, σελ. 163 – 164

[17]  Πβλ. Αρίωνος (Γεωργίου Νασιάκου) “Ετοπία Α’”, σελ. 71

[18]  Πβλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.31 – 4.40».

[19]  Πβλ. «Χαλδαϊκά Λόγια, απ. 104»

[20]  Πβλ. Μιχαήλ Ψελλός «Εξήγησις των Χαλδαϊκών Λόγων/Χρησμών, 137.18 – 137.26»

[21]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη, 7.9.1 – 7.11.1»

[22]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη, 7.11.1 – 7.13.4»

[23]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη, 7.14.3 – 7.14.6»

[24]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στα Ησιόδου Έργα και Ημέρας : σχόλιο στον στίχο 11 – 13»

[25]  Πβλ. Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς «Πλατωνικά ζητήματα, ζήτημα Β’, 1001.C.1 – 1001.C.4»

[26]  Πβλ. “Ερμού Τρισμεγίστου εκ της ιερής βίβλου επικαλουμένης Κόρης Κόσμου” ή Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.49.44.86 – 1.49.44.130»

[27]  Πβλ. Πλωτίνος 1η Εννεάδα,  «Περί του τι το ζώον και τι ο άνθρωπος, 1.1.1.1 – 1.8.13.8».

[28]  Πβλ. Λεξικό Ζευδοζωναρά.

[29]  ΠΒλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό

[30]  Πβλ. “Ερμού Τρισμεγίστου εκ της ιερής βίλου επικαλουμένης Κόρης Κόσμου” ή Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.49.44.86 – 1.49.44.130»

[31]  Πβλ. “Ερμού Τρισμεγίστου εκ της ιερής βίλου επικαλουμένης Κόρης Κόσμου” ή  Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.49.44.86 – 1.49.44.130»

[32]  Πβλ.  Τρισμέγιστος Ερμής “Κλεις”, 7»

[33]  Πβλ. “Ερμού Τρισμεγίστου εκ της ιερής βίλου επικαλουμένης Κόρης Κόσμου” ή Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.49.44.86 – 1.49.44.130»

[34]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».

[35]  Πβλ. Ερμού Τρισμεγίστου «Ποίμανδρης, 1.1 – 23.8»

[36]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, 811.36 – 813.6.

[37]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, 817.4 – 819.29.

[38]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Τίμαιο του Πλάτωνος, 1.300.13 – 1.30023»

[39]  Πβλ. Πορφύριος «Περί αγαλμάτων, 3.38 – 3.40»

[40]  Πβλ. Πλούταρχος «Περί Ίσιδος & Οσίριδος, 354.c7 – 354.d.8»

[41]  Πβλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 8.3.1 – 8.3.17»

[42]  Πβλ. Πρόκλος “Υπόμνημα στον Τίμαιο του Πλάτωνος,  1.399.5 – 1.399.8”

[43]  Πβλ. Πορφύριος «Περί αγαλμάτων, 3.1 – 3.37»

[44]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλια στον Φαίδρο του Πλάτωνα, 256.4 – 256.6».

[45]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής “Κλεις”, 17 »

[46]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Παρμενίδη του Πλάτωνα, 743.32 – 746.37»

[47]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Τίμαιο του Πλάτωνος, 3.135.1 – 3.136.29»

[48]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.1.1 – 26.1.4»

[49]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.2.2 – 26.3.1»

[50]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.5.4 – 26.6.1»

[51]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον “Τίμαιο” του Πλάτωνα, τόμος Ε’(συνέχεια), 3.307.17 – 3.307.20»

[52]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.2.29 – 1.6.6»

[53]  ΠΒλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Ε’ (συνέχεια), 3.354.28 – 3.355.19»

[54]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, 1.300.13 – 1.300.23»

[55]  Πβλ. Ιωάννης Στοβαίος «ανθολόγιο, 1.41.1.54 – 1.41.1.56»

[56]  Πβλ. «Φιλοκαλία, 1ος τόμος, Άγιος Διάδοχος Φωτικής “Λόγος ασκητικός χωρισμένος σε 100 πρακτικά κεφ. 78”»

[57]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».

[58]  Πβλ. Πλωτίνος «Εννεάδα 1η : Περί του τι το ζώον και τις ο άνθρωπος, 1.1.7.18 – 1.1.8.23»

[59]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1 – 133.7»

[60]  Πβλ. 1Κορ. 3:16 – 3:17

[61]  Πβλ. 1Κορ. 6:15 – 6:20

[62]  Πβλ. 2Κορ. 6:16

[63]  Πβλ. Λουκ. 17:20 – 17:21

[64]  Πβλ. 1Κορ. 6:15 – 6:20

[65]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Νους προς Ερμή :  ο θεός, ο αιών, ο Κόσμος, ο χρόνος, η γένεσις, 1 – 22»

[66]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, 761.38 – 762.14».

[67]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Νους προς Ερμή :  ο θεός, ο αιών, ο Κόσμος, ο χρόνος, η γένεσις, 1 – 22»

[68]  Πβλ. Πλάτων “Τίμαιος, 30.b.1  – 30.c.1”

[69]  Πβλ. Πλάτων «Τίμαιος, 30.b»

[70]  Πβλ. Πλάτων «Τίμαιος, 38.e»

[71]  Πβλ. Πλάτων «Τίμαιος, 34.b  + 36.e»

[72]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Γ’, 2.140.12 – 2.141.3»

[73]  Πβλ. Ιωάννης Στοβαίος «ανθολόγιο, 1.41.1.54 – 1.41.1.56»

[74]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Λόγος Ιβ’, Προς τον Τάτ “για τον κοινό νου”, 14 – 15»

[75]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Λόγος Ις’, Όροι του Ασκληπιού προς τον βασιλέα Άμμωνα, 3»

[76]  Βλ. Ερμού Τρισμεγίστου «Λόγος καθολικός Ερμού προς τον Τάτ (λόγος ε’) ή Στοβαίος “Ἑρμοῦ ἐκ τῶν πρὸς Ἀσκληπιόν, »

[77]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Λόγος Ιβ’, Προς τον Τάτ “για τον κοινό νου”, 18 – 21»

[78]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Λόγος Ιβ’, Προς τον Τάτ “για τον κοινό νου”, 22 – 23»

[79]  Πβλ. Τρισμέγιστος Ερμής «Λόγος Ιδ’, Προς τον Ασκληπιό ευ φρονείν, 4 – 10»

[80]  Πβλ. Ερμού Τρισμεγίστου βίβλος ιερή προς Ασκληπιό προσφωνηθείσα, 1 – 2.

[81]  Οι ουρανιώνες θεοί είναι – κατά αναλογία με την τετραστοιχία – οι εγκόμιοι θεού του εμπύριου σύμπαντος του Κόσμου, ή αλλιώς οι εμπύριοι Θεοί.

[82]  Πβλ. Πορφύριος «Περί αγαλμάτων, 3.1 – 3.37»

[83]  Πβλ. Ιωάννης Στοβαίος «ανθολόγιο, 1.41.1.54 – 1.41.1.56»

[84]  Πβλ. Ερμού Τρισμεγίστου «Λόγος Η’, ότι κανένα από τα όντα δεν χάνεται, αλλά τις μεταβολές από πλάνη τις ονομάζουν και θανάτους»

[85]  Πβλ. Ερμού Τρισμεγίστου βίβλος ιερή προς Ασκληπιό προσφωνηθείσα, 2.

[86]  Πβλ. Πρόκλος, στα «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 100.1 – 100.4»

[87]  Πβλ. Πλάτων «Κρατύλος, 396.a.2 – 396.b.3»»

[88]  Πβλ. Ιωάννης Γαληνός «Εις Ησιόδου “Θεογονία”, 343.26 – 343.34»

[89]  Πβλ. Χρύσιπος παρά Στοβαίου «Ανθολόγιο, 1.1.26.2 – 1.1.26.4»

[90]  Πβλ. Ερμείας «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Φαίδρο”, 73.27 – 74.9»

[91]  Πβλ. Πλάτων «Όροι, 416.a.12»

[92]  Όταν αναφερόμαστε σε χρίση φόβου ΔΕΝ αναφέρεται σε βία – με οποιοδήποτε τρόπο – , αλλά στην ντροπή  που νιώθει ο άνθρωπος όταν δεν είναι κόσμιος.

[93]  Πβλ. Πλάτων «Νόμοι, 782.d.10 – 783.d.1»

[94]  Πβλ. Πλάτων «Θεαίτητος, 176.a.5 – 177.a.8»

[95]  Πβλ. Πλάτων «Τίμαιος, 41.a.3 – 43.a.6»

[96]  Πβλ. Πλάτων «Θεαίτητος, 176.a.5 – 177.a.8»

[97]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 24.1.1 – 24.9.6».

[98]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Πυθαγορικά έπη, αποκαλούμενα χρυσά, 1.1 – 2.1».

[99]  Πβλ. «Φιλοκαλία, 2ος τόμος, Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος “Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας”, 2η εκατοντάδα κεφ. 79».

[100]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 24.1.1 – 24.9.6»

[101]  Πβλ. Πλωτίνος «Ενεάδες, : Ενεάδα 1η – ”Περί αρετών”, 1.2.4.1 – 1.2.7.30»

[102]  Πβλ. Ολυμπιόδωρος «Σχόλια στον του Πλάτωνος “Φαίδωνα, 4.2.1 – 4.3.16»

[103]  Πβλ. Ολυμπιόδωρος «Σχόλια στον του Πλάτωνος “Αλκιβιάδη, 4.19 – 5.13»

[104]  Πβλ. Ολυμπιόδωρος «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Φαίδωνα”, 1.4.1 – 1.6.10».

[105]  Πβλ. Πορφύριος «Αφορμές προ τα νοητά, 32.1 – 32.139»

[106]  Πβλ. Πλάτων «Όροι, 411.d.5 – 411.d.7»

[107]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Αλκιβιάδη”, 185.11 – 185.14»

[108]  Πβλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Ασφάλιο για την αρετή, 3.3.26.3 – 3.3.26.24»

[109]  Πβλ. «Φιλοκαλία, 2ος τόμος, Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης “Θεωρητικόν”».

[110]  Πβλ. Πλούταρχος «Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 351.C.1 – 352.C.2»

[111]  Πβλ. Πρόκλος «Περί των 10 προς την πρόνοια απορρημάτων»,  10η απορία, κεφ. 62- 66.

[112]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη 1.17.3 – 1.19.7».

[113]  Πβλ. Ιάμβλχιος «Προτρεπτικός προς Φιλοσοφία, 10.1 – 10.6».

[114]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλλαν, 16.1 – 16.4»

[115]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλλαν, 11.1 – 11.9»

[116]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 4.1.1 – 4.3.3».