Κεραμεικός (ταφικός & οικιστικός)


Αρχαίος δήμος της Αθήνας. Βρισκόταν στα βορειοδυτικά κράσπεδα της πόλης, στην κοιλάδα που διέσχιζε ο Ηριδανός. Η ονομασία, που χρησιμοποιείται και για τη σύγχρονη συνοικία της Αθήνας, προήλθε από τον ήρωα Κέραμο, γιο του Διονύσου και της Αριάδνης, προστάτη των κεραμέων, οι οποίοι είχαν εγκαταστήσει εκεί τα εργαστήριά τους. Από τον 11o αι. π.Χ. και για περίπου 1.500 χρόνια, η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Το 1863 η Αρχαιολογική Εταιρεία άρχισε ανασκαφές στην περιοχή, αλλά το 1913 παραχώρησε την έρευνα στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Στον ανεσκαμμένο χώρο, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ των οδών Ερμού-Μελιδόνη-Σαλαμίνος-Πειραιώς και αποδίδει σήμερα τη μορφή που είχε κυρίως κατά την υστεροκλασική περίοδο (4ος αι. π.Χ.), σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ένα μεγάλο τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου του άστεως με δύο από τις σημαντικότερες πύλες του. Αυτές αποτελούσαν αφετηρίες γνωστών οδών της αρχαιότητας: το Δίπυλο, την επίσημη είσοδο της πόλης, και την Ιερά Πύλη, τη σημαντικότερη από θρησκευτική άποψη. Πολλά από τα ταφικά μνημεία που είχαν ανεγερθεί κατά μήκος των οδών αυτών διατηρούνται ακόμα στη θέση τους.  Το τείχος οικοδομήθηκε το 479 π.Χ. με πρωτοβουλία του Θεμιστοκλή, σε διάστημα ενός μόνο έτους. Οι δύο όψεις του χτίστηκαν με πελεκημένους πολυγωνικούς ασβεστόλιθους, ενώ στη μέση τοποθετήθηκε γέμισμα από μικρές πέτρες και λατύπη. Είχε πλίνθινη ανωδομή, πάχους 3 μ., αλλά το ύψος του δεν είναι γνωστό. Το 403 π.Χ., με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το τείχος κατεδαφίστηκε. Ύστερα από περίπου δέκα χρόνια (394 π.Χ.), την εποχή του Κόνωνα, στα ερείπια του χτίστηκε ένα καινούργιο και το οχυρωματικό σύστημα ανακαινίστηκε. Έξω από το κυρίως τείχος και σε απόσταση 9 μ. από αυτό κατασκευάστηκε δεύτερο τείχος, πάχους 1 μ., το προτείχισμα. Μπροστά από αυτό διανοίχτηκε τάφρος, πλάτους 11 μ. και βάθους 6 μ. Παράλληλα με το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας χρησιμοποιήθηκε και το ισόδομο με λαξευτούς πωρόλιθους. Νέα μεγάλη επισκευή του τείχους έγινε, ύστερα από προτροπή του Δημοσθένη και του Λυκούργου, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), όταν οι Αθηναίοι βρέθηκαν υπό την απειλή της προέλασης των στρατευμάτων του Φιλίππου. Με μικρές επισκευές, τα τείχη διατηρήθηκαν μέχρι την εισβολή του Σύλλα (86 π.Χ.), ο οποίος πυρπόλησε και κατέστρεψε ολόκληρη την Αθήνα. Μολονότι όμως η πόλη ανέκαμψε σύντομα και εξαπλώθηκε πάλι προς την κοιλάδα του Ηριδανού, τα τείχη χτίστηκαν μόλις τον 3o αι. μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Βαλεριανό (253-260). Επισκευάστηκαν άλλη μια φορά, μετά την επιδρομή των Ερούλων (267 μ.Χ.) και την ερείπωση της πόλης. Στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αι. μ.Χ.) πραγματοποιήθηκε η τελευταία σοβαρή ανακαίνιση της οχύρωσης. Στον χώρο του Κ. έχουν αποκαλυφθεί 180 μ. από τον οχυρωματικό περίβολο, ο οποίος –όπως διαπιστώθηκε– διατηρεί κυρίως τη μορφή που είχε στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Το τμήμα του τείχους μεταξύ των δύο πυλών είναι κονώνειο. Πολύτιμο τεκμήριο για την οικοδομική ιστορία του τείχους αποτελεί το τμήμα Δ της Ιεράς Πύλης, στο οποίο αναγνωρίζονται όλα τα είδη τοιχοποιίας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το Δίπυλο, η μία από τις δύο πύλες που έχουν αποκαλυφθεί στον Κεραμεικό, η ανατολικότερη, ήταν η κύρια είσοδος της πόλης. Από εκεί ξεκινούσε η οδός των Παναθηναίων, που κατέληγε στην Ακρόπολη. Η ονομασία της οφείλεται στην ειδική κατασκευή της: σε κάτοψη σχηματίζει μία ορθογώνια αυλή πλαισιωμένη από τέσσερις πύργους. Τα ερείπια του εντυπωσιακού αυτού συνόλου, που είναι χτισμένο με λαξευτούς κροκαλοπαγείς και πωρόλιθους λίθους, ανήκουν στα τείχη του 4ου αι. π.Χ. Τα λείψανα του Διπύλου του Θεμιστοκλή, του οποίου το σχέδιο ήταν το ίδιο αλλά η κατασκευή λιγότερο ισχυρή, έχουν ενσωματωθεί στο μεταγενέστερο Δίπυλο και είναι ακόμα ορατά κάτω από τον βορειοδυτικό πύργο του. Για λόγους στρατηγικής, ο χώρος της αυλής στην αρχή παρέμενε ανοιχτός και μόνο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος αι. π.Χ.) κατασκευάστηκε στο εξωτερικό άνοιγμά της μια διπλή πύλη, αντίστοιχη προς εκείνη που υπήρχε πάντοτε στο εσωτερικό. Στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., μπροστά από την πύλη, μέσα στην πόλη, χτίστηκε κρήνη και μαρμάρινη στοά, όπου μπορούσαν vα αναπαύονται οι οδοιπόροι. Εκεί κοντά, δίπλα στον κεντρικό πεσσό της πόλης, αφιέρωσαν οι Αθηναίοι έναν κυκλικό βωμό στον Έρκειο Δία, προστάτη της οικίας, στον Ερμή και στον Ακάμαντα, επώνυμο ήρωα της φυλής στην οποία ανήκε ο δήμος της περιοχής. Η Ιερά Πύλη –η δεύτερη πύλη του τείχους, που έχει αποκαλυφθεί στον χώρο του Κ.– 40 μ. δυτικότερα του Διπύλου, είναι απλή, χτισμένη περίπου με το ίδιο σχέδιο, αλλά μικρότερη. Μέσα από αυτήν περνούσε ο ποταμός Ηριδανός, του οποίου η κοίτη σκεπάστηκε τον 3o αι. μ.Χ. με μαρμάρινη καμαρωτή κάλυψη, ενσωματώθηκε στο ανατολικό σκέλος της πύλης και μετατράπηκε σε οχετό. Κοντά στον δυτικό εξωτερικό πύργο της Ιεράς Πύλης υπήρχε μία μικρή πυλίδα. Στον χώρο μεταξύ των δύο πυλών, μέσα στην πόλη, ανεγέρθηκε, περίπου το 400 π.Χ., το Πομπείον, ένα λαμπρό κτίριο με περίστυλη αυλή, στοές στις τέσσερις πλευρές του και πρόπυλο· οι δύο κιονοστοιχίες του στα Β και στα Α έκλειναν πίσω με μία σειρά δωματίων με κλίνες. Το κτίριο αυτό ήταν προορισμένο για την προετοιμασία των πομπών και τη διαφύλαξη των ιερών σκευών που χρησιμοποιούνταν σε αυτές. Από τον 2o αι. π.Χ. το κτίριο άρχισε να χρησιμοποιείται και ως Γυμνάσιο. Μετά την κατάληψη των Αθηνών από τον Σύλλα (86 π.Χ.) το Πομπείον καταστράφηκε. Πολύ αργότερα, επί Αντωνίνου Πίου, επάνω στα ερείπιά του χτίστηκε τρίκλιτη βασιλική «ες παρασκευήν των πομπών» (Παυσανίας Γ 2,4). Το δεύτερο αυτό Πομπείον καταστράφηκε κατά τη λεηλασία της Αθήνας από τους Έρουλους (267 μ.Χ.) και στη θέση του χτίστηκαν διάφορα εργαστήρια, κυρίως κεραμικά. Τον 4o αι. μ.Χ. στον χώρο αυτό ανεγέρθηκαν ένα μνημείο και στοές, που συνδέονταν με την τελευταία άνθηση των Παναθηναίων. Όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις έτσι και στην Αθήνα τα νεκροταφεία βρίσκονταν έξω από τα τείχη, κατά μήκος των μεγάλων οδικών αρτηριών που συνέδεαν την πόλη με τους διάφορους δήμους της Αττικής. Από το Δίπυλο μια μεγάλη πομπική οδός, μήκους 1.500 μ., οδηγούσε στο ιερό του ήρωα Ακάδημου, μέσα στον ελαιώνα της πεδιάδας του Κηφισού, εκεί όπου δίδαξε ο Πλάτωνας τον 4o αι. π.Χ. Το πλάτος αυτής της οδού καθοριζόταν από δύο ορόσημα με την επιγραφή «όρος Κεραμεικού», τα οποία είχαν τοποθετηθεί δίπλα στο τείχος, κοντά στους δύο εξωτερικούς πύργους του Διπύλου. Και στις δύο πλευρές αυτής της οδού υπήρχαν δημόσιοι τάφοι ανδρών που σκοτώθηκαν πολεμώντας για την πατρίδα και ανδρών που ευεργέτησαν την πόλη. Το νεκροταφείο αυτό είχε διάφορες ονομασίες, όπως Δημόσιον Σήμα, Πολυάνδριον, Το Μνήμα. Η παλαιότερη σχετική φιλολογική μαρτυρία απαντά στον Θουκυδίδη (B’ 34), ενώ εκτενή περιγραφή της οδού και των μνημείων της παραδίδει ο Παυσανίας (A’ 29,2 – 30,1). Σύμφωνα με αυτήν, ένας από τους πρώτους τάφους που συναντούσε κάποιος ήταν του Περικλή· έπειτα αναφέρονται άλλα γνωστά ονόματα του 5ου και του 4ου αι. π.Χ. ή και μεταγενέστερα, αλλά και παλαιότερα, όπως των τυραννοκτόνων Αρμοδίου και Αριστογείτονα ή του Κλεισθένη. Είναι επίσης γνωστό ότι εκεί, στον έξω Κ., τελούνταν οι ετήσιες επίσημες τελετές προς τιμήν των νεκρών. Ο μόνος αναγνωρισμένος τάφος που έχει ανασκαφεί είναι ο τάφος των Λακεδαιμονίων που έπεσαν στον Πειραιά το 403 π.Χ., όταν έλαβαν μέρος στις εσωτερικές διαμάχες των Αθηναίων. Το επιτύμβιο αυτό βρέθηκε στο δυτικό κράσπεδο της οδού. Στην πρόσοψή του ακουμπούσε λίθινος όρος, όμοιος με εκείνους που βρέθηκαν στην αρχή της οδού. Το μνημείο είναι μια απλή ορθογώνια κατασκευή, με λαξευτούς πωρόλιθους και επίστεψη μαρμάρινων πλακών, όπου είχαν αναγραφεί τα ονόματα των νεκρών. Στη μία πλάκα που σώθηκε αναφέρονται τα ονόματα Χαίρων και Θίβρακος, πολέμαρχοι. Όταν ο Παυσανίας περιηγήθηκε την Αθήνα, το μνημείο ήταν σκεπασμένο. Επειδή όμως το αναφέρει ο Ξενοφώντας (Ελληνικά B’ 4,33), έγινε δυνατή η ταύτισή του. Λίγα μέτρα βορειότερα βρίσκεται δεύτερος δημόσιος τάφος· δεν έχει ανασκαφεί όμως ολόκληρος και έτσι δεν έχει ταυτιστεί ακόμα με ένα ιστορικό γεγονός. Έχει ορθογώνιο σχήμα και σχηματίζει κύκλο στη μέση, ενώ μπροστά του είχε στηθεί και τέταρτο ορόσημο. Εκτός από τους χτιστούς τάφους βρέθηκαν και δύο τύμβοι, ο ένας του 5ου και ο άλλος του 4ου αι. π.Χ. Στον χώρο μεταξύ του Δημοσίου Σήματος και της Ιεράς Οδού βρέθηκαν λείψανα κεραμικών εργαστηρίων των ρωμαϊκών χρόνων. Τους δύο δρόμους συνέδεε ένας μικρότερος, που κατέληγε στη γέφυρα του Ηριδανού. Από την Ιερά Πύλη ξεκινούσαν δύο οδοί· η ανατολικότερη ταυτίζεται, από το ορόσημο που βρέθηκε στο δυτικό κράσπεδό της, με την περίφημη Ιερά Οδό, που κατέληγε στην Ελευσίνα (σώθηκε η επιγραφή «όρος της οδού της Ελευσίναδε»), την οποία ακολουθούσε η πομπή για το ελευσινιακό ιερό της Δήμητρας. Η δεύτερη οδός οδηγούσε στον Πειραιά. Στο σημείο όπου διχάζονται οι δύο οδοί υπάρχει μικρό τέμενος, άβατο, το Ιερό των Τριτοπατρέων (θεοτήτων που είχαν σχέση με την αναπαραγωγή και τη λατρεία των προγόνων), όπως πληροφορούν οι επιγραφές που βρίσκονται στις δύο γωνίες του τραπεζιόσχημου περιβόλου του και στην άκρη ενός δεύτερου υπαίθριου χώρου, ο οποίος εντάσσεται σε αυτόν. Στην αρχή της οδού Πειραιώς, στο δυτικό κράσπεδο, σώζονται τα ερείπια ενός μικρού ιερού άγνωστης θεότητας. Στην περιοχή αυτή βρίσκονται και οι τάφοι των προξένων της πόλης των Αθηνών, όπως πληροφορούν τα δύο επιτάφια μνημεία με επιτύμβια επιγράμματα, που ανήκουν στον πρόξενο Πυθαγόρα από τη Σηλυβρία (μέσα 5ου αι. π.Χ.) και στους προξένους Θέρσανδρο και Σιμύλο από την Κέρκυρα. Τις δύο αυτές οδούς πλαισιώνουν υστεροκλασικά οικογενειακά επιτύμβια μνημεία, κυρίως του 4ου αι. π.Χ., πολύτιμα δείγματα για τη γνώση των μνημείων αυτού του είδους. Εκείνη την περίοδο ο χώρος του νεκροταφείου του Κεραμεικού. οργανώθηκε σε νέες βάσεις. Τμήματα γης δόθηκαν στις πλούσιες οικογένειες για να χτίσουν εκεί τους ταφικούς περιβόλους τους, τους οποίους διακοσμούσαν με ταφικά σήματα, σε ανάμνηση των χαμένων μελών τους. Οι οικογενειακοί ταφικοί περίβολοι ήταν ορθογώνια κτίσματα με πολυγωνική ή ισόδομη τοιχοποιία και περιέκλειαν τάφους μιας οικογένειας. Ο μαρμάρινος γλυπτός διάκοσμός τους παρουσίαζε πλούτο και ποικιλία μορφών: επιτύμβιες στήλες, ανάγλυφες ή γραπτές, μαρμάρινα αγγεία, κίονες, πεσσοί, τράπεζες και διάφορα ζώα (σκύλοι, λιοντάρια, ταύροι). Τα κυριότερα μνημεία της Ιεράς Οδού είναι το ταφικό κτίσμα με τη στήλη της Αντίδοσης, ένα δεύτερο με τη λήκυθο της Αριστομάχης, η λουτροφόρος του Ολυμπίχου και ο τύμβος με το ανάγλυφο της Ευκολίνης. Σε εξαιρετική κατάσταση διατηρούνται τα μνημεία της οδού Πειραιώς: το ταφικό κτίσμα της οικογένειας του Ευβίου με επιτύμβια στήλη του Βίωνα· το ταφικό κτίσμα της οικογένειας του Κoροίβου με το ανάγλυφο της Ηγησούς, την κομψότερη από τις αττικές στήλες (το πρωτότυπό της βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)· η τράπεζα της Ιππαρέτης, εγγονής του Αλκιβιάδη· ταφικό κτίσμα της οικογένειας του άρχοντα Λυσιμαχίδη με ωραία πολυγωνική τοιχοδομία, ανάγλυφη στήλη και μαρμάρινο σκύλο· μνημείο του ταμία Διονυσίου με στήλη σε σχήμα ναΐσκου, μαρμάρινο ταύρο επάνω σε πεσσό και δύο επιτύμβια επιγράμματα· ταφικό κτίσμα οικογένειας από την Ηράκλεια με ανάγλυφη στήλη, ναΐσκο με γραπτή παράσταση και πεσσό· κτίσμα οικογένειας από τον δήμο Θορικού με τη στήλη του Δεξίλεω, του νεαρού ιππέα που χάθηκε στη μάχη της Κορίνθου το 394 π.Χ. και τάφηκε στο Δημόσιο Σήμα με τους συμπολεμιστές του (το επιτύμβιο αυτό είναι ασφαλώς ένα από τα λαμπρότερα δείγματα της μεταπαρθενώνειας πλαστικής)·ταφικό κτίσμα των αδελφών Δημητρίας και Παμφίλης, με στήλη σε σχήμα ναΐσκου της Δημητρίας· ταφικό κτίσμα οικογένειας από τη Μεσσήνη, με επιτύμβιο ανάγλυφο και τράπεζες. Μέσα στο άλσος, ανάμεσα στους υστεροκλασικούς τάφους, βρίσκεται ένας ελληνιστικός, με επιτύμβιο διπλό κιονίσκο, του Ισιδώρου και της γυναίκας του, Ζωσίμης. Ανάμεσα στους τάφους βρέθηκε και ένας βωμός της Εκάτης. Μουσείο-εκθέματα-τέχνη.

Το μικρό μουσείο που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο του Κ. (Ερμού 148 στην Αθήνα· κλειστό για το κοινό έως τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004) στεγάζει στις τέσσερις αίθουσές του τα περισσότερα από τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στις ανασκαφές. Ορισμένα από τα ωραιότερα ευρήματα έχουν μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στη δεύτερη αίθουσα εκτίθενται κτερίσματα, κυρίως αγγεία, τα οποία χρονολογούνται από τον 11o έως τον 7o αι. π.Χ. Τα αγγεία της υπομυκηναϊκής περιόδου (11ος αι. π.Χ.) –αμφορείς, πρόχοι, λήκυθοι, ψευδόστομοι αμφορείς, σκύφοι κ.ά.–, που βρέθηκαν σε κιβωτιόσχημους τάφους στην περιοχή του Πομπείου, φέρουν γραμμική διακόσμηση με μελανό ή καστανό βερνίκι. Τα αγγεία του πρωτογεωμετρικού ρυθμού (10ος αι. π.Χ.) διακρίνονται από τα προηγούμενα για τη συμμετρική και τεκτονική διάρθρωσή τους· η διακόσμησή τους συνίσταται σε αραιά γεωμετρικά μαύρα σχέδια, τοποθετημένα σε ανοιχτό βάθος. Στα αγγεία αυτά, παράλληλα με τα γεωμετρικά μοτίβα, χρησιμοποιούνται υδρόβια πουλιά, αίγαγροι, ελάφια και ανθρώπινες μορφές. Τα κοσμήματα και οι παραστάσεις καλύπτουν άλλοτε ολόκληρο το αγγείο και άλλοτε μέρος του και διατάσσονται σε οριζόντιες ζώνες, τις οποίες συχνά χωρίζουν με κάθετα κοσμήματα σε τετράπλευρους χώρους. Οι παραστάσεις με ανθρώπινες μορφές είναι σπανιότερες και έχουν σχέση με σκηνές της καθημερινής ζωής: μάχες, χοροί ανδρών και γυναικών, κηδείες και προθέσεις νεκρών. Τα θέματα αυτά εικονίζονται συνήθως σε μεγάλα αγγεία (του 8ου αι. π.Χ.), που τοποθετούνταν ως επιτάφια σήματα επάνω στον τάφο του νεκρού. Οι τάφοι της γεωμετρικής περιόδου, που βρέθηκαν στην περιοχή της Ιεράς Οδού, ήταν απλοί λάκκοι, σκεπασμένοι με πλάκες. Μόνο τον 8o αι. π.Χ. επικράτησε η συνήθεια να τοποθετούν στους πλουσιότερους επιτάφια αγγεία. Στην ίδια αίθουσα στεγάζονται και τα αγγεία του 7ου αι. π.Χ. Κατά τον αιώνα αυτό οι αγγειογράφοι χρησιμοποίησαν και πολλά γραμμικά κοσμήματα, καταγόμενα από τον γεωμετρικό ρυθμό. Άλλο χαρακτηριστικό της αγγειογραφίας της περιόδου αυτής είναι η συχνότερη απεικόνιση των ανθρώπινων μορφών, χάρη στην εισαγωγή της μυθολογίας. Στα κοσμήματα και στις μορφές, εκτός από το μελανό και λευκό χρώμα, χρησιμοποιούνται επίσης το πορφυρό και το ιώδες, ενώ αρχίζει η περιγραφή των σωμάτων και οι λεπτομέρειες αποδίδονται με χάραξη. Επάνω στους τύμβους των τάφων εκείνης της εποχής βρέθηκαν μεγάλα αγγεία με μυθολογικές παραστάσεις και δαιμονικά όντα. Ο αμφορέας του λεγόμενου ζωγράφου του Πειραιώς (περίπου 620 π.Χ.), που εκτίθεται στη δεύτερη αίθουσα, με παράσταση σειρήνας και ιππέων στον κορμό και ζωφόρο κενταύρων στον λαιμό του, είναι ασφαλώς το καλύτερο δείγμα αυτού του είδους αγγείων. Στις προθήκες της τρίτης αίθουσας φιλοξενούνται πολλά αγγεία του μελανόμορφου ρυθμού (620-530 π.Χ.). Την περίοδο αυτή το ενδιαφέρον για τις μυθολογικές παραστάσεις άρχισε να αυξάνει και σιγά-σιγά τα παραπληρωματικά κοσμήματα περιορίστηκαν σε δευτερεύουσες θέσεις του αγγείου. Έτσι, η αρχαϊκή αγγειογραφία απέβαλε τον κοσμητικό χαρακτήρα της· αγαπημένα θέματα αποτελούσαν οι πράξεις των θεών και των ηρώων αλλά και οι σκηνές της καθημερινής ζωής. Τις παραστάσεις συμπλήρωναν συχνά επιγραφές που δήλωναν τα ονόματα των απεικονιζόμενων μορφών. Συχνά οι τεχνίτες υπέγραφαν αυτά τα αγγεία, προσθέτοντας άλλοτε το ρήμα «εποίησε» για τον κεραμέα και άλλοτε το «έγραψε» για τον ζωγράφο. Τα μεγαλύτερα από τα αγγεία αυτά τα χρησιμοποιούσαν ως επιτάφια σήματα. Στις αρχές του αιώνα εμφανίστηκαν και οι ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες. Ορισμένες φορές ξεπερνούσαν τα 4 μ., ήταν τοποθετημένες σε τετράγωνα βάθρα με βαθμίδες και είχαν ως επίθημα μια σφίγγα. Αργότερα η στήλη έγινε μικρότερη και κατέληγε σε έλικες και ανθέμια, ενώ πολλές φορές αντικαθιστούσε το άγαλμα του νεκρού. Στα βάθρα, συχνά, χαράζονταν επιγραφές ή επιτύμβια επιγράμματα, ενώ τα πιο πολυτελή κοσμούνταν με ανάγλυφα. Αρχαϊκά επιτύμβια μνημεία δεν σώθηκαν. Ορισμένα καταστράφηκαν με την περσική εισβολή, τα περισσότερα όμως χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του τείχους του Θεμιστοκλή. Ορισμένα από τα επιτάφια γλυπτά που βρέθηκαν στον Κ. φιλοξενούνται στην πρώτη αίθουσα του μουσείου του Κ. μαζί με τα άλλα γλυπτά. Μια πώρινη στενόμακρη στήλη, που παριστάνει τον νεκρό με βακτηρία και ξίφος, πιθανόν να είναι η παλαιότερη επιτάφια στήλη που έχει σωθεί μέχρι σήμερα. Προθήκες της τρίτης και τέταρτης αίθουσας του μουσείου του Κ. περιέχουν τα πιο αξιόλογα από τα αγγεία και τα πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν στους τάφους του 5ου αι. π.Χ. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εμφανίστηκε ο νέος ρυθμός, ο ερυθρόμορφος, ακριβώς αντίστροφος του μελανόμορφου, κατά τον οποίο οι άλλοτε σκοτεινές σκιαγραφίες μετατράπηκαν σε ανοιχτόχρωμες μορφές. Οι αγγειογράφοι δεν χάραζαν πια με οξύ εργαλείο τις λεπτομέρειες των σωμάτων και των ενδυμάτων, αλλά τις δήλωναν με το ίδιο μελανό χρώμα· έτσι το σχέδιο γινόταν περισσότερο ελεύθερο. Οι μορφές διατάσσονταν και στην περίπτωση αυτή συνήθως στην ίδια γραμμή. Τα θέματα των παραστάσεων προέρχονταν από τη μυθολογία ή από την καθημερινή ζωή, ενώ σπάνιζαν τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Παράλληλα με τον ερυθρόμορφο ρυθμό αναπτύχθηκε κατά τον 5o αι. π.Χ. μια νέα τεχνοτροπία, εκείνη των λευκών αγγείων· το βάθος του αγγείου ήταν λευκό και οι μορφές ζωγραφίζονταν στην αρχή, όπως στα μελανόμορφα. Σύντομα όμως οι ζωγράφοι άρχισαν να χρησιμοποιούν την τεχνική του περιγράμματος και να προσθέτουν διάφορα χρώματα για την απόδοση των λεπτομερειών. Το επικρατέστερο σχήμα των αγγείων αυτού του είδους ήταν η λήκυθος, συνδεδεμένη στενά με τη λατρεία των νεκρών. Οι τάφοι του 5ου αι. π.Χ. ήταν λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημοι και κατά το πρώτο μισό του αιώνα δεν είχαν επιτάφια σήματα, αφού περίπου το 500 π.Χ. περιορίστηκε με νόμο η πολυτέλεια των ιδιωτικών τάφων. Οι επιτύμβιες στήλες εμφανίστηκαν πάλι μετά τα μέσα του αιώνα. Οι παλαιότερες ήταν στενές με μία-δύο μορφές σε αρκετά πρότυπο ανάγλυφο. Κατά τα τέλη του 5ου αι. απέκτησαν σχήμα ναΐσκου με αέτωμα και οι μορφές έγιναν εξώγλυφες. Οι ωραιότερες στήλες αυτής της περιόδου έχουν μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ λίγες μόνο, όπως η στήλη του Ευφήρου, η στήλη μιας νέας γυναίκας που καθρεφτίζεται και ορισμένες άλλες, βρίσκονται στο μουσείο του Κ. Η αγγειογραφία παρουσίασε κάμψη τον 4o αι. π.Χ. και τελικά παράκμασε. Αντίθετα, νέα άνθηση γνώρισε την εποχή αυτή το είδος των επιτύμβιων μνημείων. Επρόκειτο για πανύψηλες στήλες με ανθέμια, ολόγλυφες σειρήνες, νέες γυναίκες καθισμένες σε βράχο, ναΐσκοι με πολυπρόσωπες συνθέσεις, στήλες με μόνη την εικόνα του νεκρού πολεμιστή, ενώ λουτροφόροι, λήκυθοι ή διάφορα ζώα (λιοντάρια, σκύλοι, ταύροι) αποτελούσαν τον μαρμάρινο γλυπτό διάκοσμο των οικογενειακών ταφικών περιβόλων του 4ου αι., τα καλύτερα δείγματατων οποίων βρέθηκαν στο νεκροταφείο του Κεραμεικού. Η στήλη του Δεξίλεω, που φιλοξενείται στην αίθουσα των γλυπτών, είναι ασφαλώς το σημαντικότερο μνημείο αυτού του είδους. Η σειρά των μνημειακών ταφικών κτισμάτων σταμάτησε γύρω στο 310 π.Χ. με τη νέα νομοθεσία του Δημητρίου του Φαληρέα (317-316). Την παράδοση των επιταφίων σημάτων συνέχισαν απλοί κιονίσκοι και τράπεζες.[1]

 

  • <Κεραμικός> = ἀπὸ τοῦ κεραμεὺς, κεραμέως, κεραμεικὸς καὶ κεραμικός. καὶ κέραμος. παρὰ   τὴν ἔραν ἔραμος, καὶ πλεονασμῷ τοῦ κ, κέρα   μος. οἱ δὲ παρὰ τὸ κεκαῦθαι τῇ ἔρᾳ. (Λεξικό Ψευδοζωναρά).
  • <Κεραμεικός> = τόπος Ἀθήνησιν, ἔνθα οἱ πόρνοι προεστήκεσαν. εἰσὶ δὲ δύο Κεραμεικοί, ὁ μὲν ἔξω τείχους, ὁ δὲ ἐντός. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).
  • <Κεραμεικός> = Ἀπὸ τοῦ κεραμεὺς κεραμέως, κεραμεϊκός· καὶ συναιρέσει, κεραμεικός. Γίνονται δὲ τρεῖς λαμπαδηδρομίαι ἐν Κεραμεικῷ, Ἀθηνᾶς, Ἡφαίστου, Προμηθέως.   Ἄλλως· Κεραμεικὸς, τόπος Ἀθήνῃσι, ὅπου συν ετέλουν οἱ Ἀθηναῖοι κατ᾽ ἐνιαυτὸν λαμπαδοῦχον ἀγῶνα. Πρὸς δὲ τὸν τόπον τοῦτον πύργον τινὰ ὑπάρχειν φασίν· ἐφ᾽ ὃν συμβουλεύει ἀναβάντα θεωρεῖν τὴν λαμπάδα, [καὶ ὅταν ἀφεθῇ, ἀφεῖναι καὶ αὑτὸν κάτω,] Ἀριστοφάνης. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό).
  • <Κεραμεικός> = τόπος Ἀθήνησιν, ἔνθα οἱ ἐν πολέμῳ ἀναιρού μενοι ἐθάπτοντο, ὡς Μενεκλῆς καὶ Καλλιστράτης περὶ Ἀθηναίων συγ γράμμασί φασιν οὕτως. ἔστι δὲ καὶ δῆμος Κεραμεικός. εἰσὶ δὲ ἔνθεν καὶ ἔνθεν στῆλαι ἐπὶ τοῖς δημοσίᾳ τεθαμμένοις, ἔχουσαι ἐπιγραφάς, ποῦ ἕκαστος ἀπέθανεν. ὅτι Ἀνάχαρσις Σκύθης, φιλόσοφος, εὗρεν ἄγκυραν καὶ τὸν κεραμεικὸν τροχόν.         <Κεραμεικός> = τόπος τῆς Ἀττικῆς ὑψηλός, ὅπου ἐπετέλουν οἱ Ἀθηναῖοι κατ᾽ ἔτος λαμπάδος χοροῦ ἀγῶνα. ὑπάρχειν δὲ ἐκεῖσε πύργον ὑψηλόν· ἐφ᾽ ὃν συμβουλεύει αὐτὸν ἀναβάντα θεωρεῖν τὴν λαμπάδα, καὶ ὅταν ἀφεθῶσιν, ἀφεῖναι ἑαυτὸν κάτω.         <Κεραμεικοί> = δύο ἦσαν Κεραμεικοί, ὁ μὲν ἔνδον τῆς πόλεως, ὁ δὲ ἔξω· ἔνθα καὶ τοὺς ἐν πολέμῳ τελευτήσαντας ἔθαπτον δημοσίᾳ καὶ τοὺς ἐπιταφίους ἔλεγον.  <Κεραμεικοί> = δύο τόποι Ἀθήνησιν. ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ προειστή κεισαν αἱ πόρναι.  <Κεράμειον> = ἀγγεῖον. τὸ δὲ κύριον <Κεράμιον,> διὰ τοῦ ι, εἰ μὴ πρόσκειται τὸ ἀγγεῖον. καὶ <Κεράμεια> τεύχη. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

 

Ο Παυσανίας, όπως αναφέραμε, λέγει σχετικά με τον Κεραμεικό πως :

«Η περιοχή Κεραμεικός πήρε το όνομά της εκ του ήρωος Κέραμου, γιού του Διονύσου και της Αριάδνης.»[2]

Εξ αυτή της μυθικής ένθεης παραδόσεως διαφαίνεται η σύνδεση του Διονύσου με το οστράκινο σώματα του ανθρώπου. Εξ ου και ο Πορφύριος όταν αναλύει περί του «εν Οδύσσειαι των Νυμφών άντρου» εκτός των άλλων λέγει πως :

«Σύμβολα των υδριάδων Νυμφών οι λίθινοι κρατήρες και οι αμφορείς. Διότι αυτά είναι σύμβολα του Διονύσου, αλλά είναι κεραμικά, δηλαδή γη ψημένη. Είναι φιλικά προς την άμπελο, το δώρο του θεού αυτού, αφού ο καρπός της αμπέλου αεί ψήνεται εκ της ουράνιου πυρός.»[3]

Όταν βέβαια ακούμε για το δώρο του Διονύσου τον οίνο θα πρέπει να ξέρουμε πως συμφώνως και με τον Πρόκλο :

«Τον δεσπότη μας τον Διόνυσο οι θεολόγοι πολλές φορές τον αποκαλούν “Οίνο” με βάση τα τελευταία του δώρα, όπως επί παραδείγματι ο Ορφέας στο απ. Νο.202 λέγει : “Τη ρίζα του Οίνου από μονή που ήταν την έκαναν τριπλή” ή στο απ. Νο.203 που λέγει ότι : “Του Οίνου όλα τα μέλη λάβε τα με προσοχή και φέρ’ τα μου ” ή ακόμη στο απ. Νο.204 που λέγει “ήταν οργισμένη με τον Οίνο, τον γιο του Διός”. Αν πάλι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται έτσι, είναι φανερό ότι και οι πρώτες και οι ενδιάμεσες ενέργειές του θα μπορούσαν να πάρουν την ίδια ονομασία με την τελευταία, ώστε ο Σωκράτης του Πλατωνικού “Κρατύλου” αποβλέποντας σε τούτο ακριβώς το στοιχείο ονομάζει τον θεό “Διδονυσον”, ξεκινώντας από τον οίνο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να δηλώσει όλες τις δυνάμεις του θεού. Όπως και στον Πλατωνικό “Φαίδρο” ο Σωκράτης ονομάζει τον μεγάλο Έρωτα με κοινή ονομασία τόσο για τον θεϊκό όσο και για τον σωματικό. Όταν λοιπόν περί οίνου πρέπει να σχηματίζουμε την εντύπωση για τον μερικό Νου. Πραγματικά, το “οιόνους” δεν είναι άλλο παρά το διαιρεμένο από το όλον και δεκτικό πλέον συμμετοχής νοητικό είδος, που γίνεται “οίον” [=μόνο] και μονάχο. Ο μεν πλήρης Νους, δηλαδή ο Ζευς, είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο μερικός όμως, ο Διόνυσος, και δεκτικός συμμετοχής είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί ως προς το ένα είδος, εκείνο που προβάλλεται σε αυτόν από όλα, το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό. Τούτο λοιπόν το ιδιαίτερο και διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα δηλώνει ο οίνος που σημαίνει τον “οίον” και “τινά” νουν. Επειδή λοιπόν ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από την μονάδα του Διονύσου, διαιρώντας από τον καθολικό νου τους επιδεκτικούς συμμετοχής εγκόσμιους νόες, και το πλήθος των ψυχών από την μία ψυχή, και όλες τις αισθητές μορφές από τις δικές τους ολότητες, για αυτό και τον ίδιο τον θεό οι θεολόγοι τον προσονόμασαν “οίνο”, και ομοίως όλα τα δημιουργήματα του. Διότι όλα είναι γεννήματα του Νου και μετέχουν στην μεριστή διανομή του νοός άλλα από πιο μακριά και άλλα από πιο κοντά. Ανάλογα ενεργεί και ο οίνος όταν εισέλθει στα όντα. Στο σώμα, αφενός, ειδωλικώς, με εικασίες και φαντασία, και στα νοητικά, αφετέρου, κατά τον τρόπο που ενεργεί και δημιουργεί ο νους. Άλλωστε και στον διαμελισμό από τους Τιτάνες μόνο η καρδιά λέγεται ότι έμεινε αδιαίρετη, δηλαδή η αμέριστη ουσία του νου.» [4]

 

Εξ αυτών οδηγούμαστε το δίχως άλλο στον Πλατωνικό «Φαίδρο, 62.b.2 – 62.b.8» όπου ο λέγεται σχετικά με το θέμα μας πως :

«Ο λόγος λοιπόν που αναφέρεται σχετικά στα απόρρητα και λέει ότι εμείς οι άνθρωποι βρισκόμαστε υπό φρούρηση σε μία φρουρά(=φυλακή), από όπου δεν πρέπει να ελευθερωνόμαστε ούτε να δραπετεύουμε, μου φαίνεται σπουδαίους και όχι εύκολος στο να διαβλέψουμε τι εννοεί. Τούτου εδώ μάλιστα, Κέβη, μου φαίνεται πως διατυπώθηκε ορθά, ότι δηλαδή οι Θεοί είναι εκείνοι που μας φροντίζουν και ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα από τα κτήματά τους.»[5]

Μάλιστα ο Ολυμπιόδωρος, στα «Σχόλια στον του Πλάτωνος “Φαίδωνα”, 1.3.4 – 1.3.14», σχολιάζοντας το επίμαχο χωρίο του πλατωνικού «Φαίδωνα», λέγει πως :

     In Platonis Phaedonem commentaria 1.3.4 ` to     In Platonis Phaedonem commentaria 1.3.14   παρὰ τῷ Ὀρφεῖ [ frg. 220 ] τέσσαρες βασιλεῖαι παραδίδονται. πρώτη μὲν ἡ τοῦ Οὐρανοῦ, ἣν ὁ Κρόνος διεδέξατο ἐκτεμὼν τὰ αἰδοῖα τοῦ πατρός· μετὰ δὲ τὸν Κρόνον ὁ Ζεὺς ἐβασίλευσεν καταταρταρώσας τὸν πατέρα· εἶτα τὸν Δία διεδέξατο ὁ Διόνυσος, ὅν φασι κατ᾽ ἐπιβουλὴν τῆς ῞Ηρας τοὺς περὶ αὐτὸν Τιτᾶνας σπαράττειν καὶ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἀπογεύεσθαι. καὶ τούτους ὀργισθεὶς ὁ Ζεὺς ἐκεραύνωσε, καὶ ἐκ τῆς αἰθάλης τῶν ἀτμῶν τῶν ἀναδοθέντων ἐξ αὐτῶν ὕλης γενομένης γενέσθαι τοὺς ἀνθρώπους. οὐ δεῖ οὖν ἐξάγειν ἡμᾶς ἑαυτούς, οὐχ ὅτι, ὡς δοκεῖ λέγειν ἡ λέξις, διότι ἔν τινι δεσμῷ ἐσμεν τῷ σώματι (τοῦτο γὰρ δῆλόν ἐστι, καὶ οὐκ ἂν τοῦτο ἀπόρρητον ἔλεγεν), ἀλλ᾽ ὅτι οὐ δεῖ ἐξάγειν ἡμᾶς ἑαυτοὺς ὡς τοῦ σώματος ἡμῶν Διονυσιακοῦ ὄντος· μέρος γὰρ αὐτοῦ ἐσμεν, εἴ γε ἐκ τῆς αἰθάλης τῶν Τιτάνων συγκείμεθα γευσαμένων τῶν σαρκῶν τούτου.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν επιτρέπεται η εξαγωγή μας πριν την κατά την ειμάρμενη τελευτή μας.

Το σώμα όπως όλη η γένεση ανήκει στο Διόνυσο και μόνο αυτό ως Λύσιος μπορεί να μας λύσει και ουδέποτε μόνοι μας!

Εξ και ο Δαμάσκιος ο διάδοχος στο «Σχόλια στον Φαίδωνα, 10.1 – 17.6» λέγει :

     In Phaedonem 10.1 ` to     In Phaedonem 12.5

10   ι. —Τίς ἡ «τὶς φρουρά» [ 62b3-4 ]; —Ὡς μὲν τὸ φρουροῦν, αὐτὸς Διόνυσος· οὗτος γάρ ἐστιν λύων τὸν δεσμὸν ὧν ἂν ἐθέλῃ, ἅτε καὶ αἴτιος ὢν τῆς μερικῆς ζωῆς. ὡς δὲ τὸ φρουρούμενον, αὐτὸ τὸ πάθος τοῦ ἐν σώματι δεσμοῦ, ὅπερ κατὰ δίκην ἐπεγένετο ἀναγκαίως· προβαλομένη γὰρ τὸ ἴδιον ψυχὴ [ἐνε]δέθη σώματι ἰδίῳ, ἀλλὰ καὶ πολυδεεῖ, ἵνα τοῦ κοινοῦ εἴδους ἐν χρείᾳ γένηται καὶ μάθῃ οἷόν ἐστι τὸ ἴδιον.    

ια. —Ὅτι Διόνυσος λύσεώς ἐστιν αἴτιος· διὸ καὶ Λυσεὺς θεός, καὶ Ὀρφεύς φησιν [ frg. 232 ]·       «ἄνθρωποι δὲ τεληέσσας ἑκατόμβας    

πέμψουσιν πάσῃσιν ἐν ὥραις ἀμφιέτῃσιν    

ὄργιά τ᾽ ἐκτελέσουσι λύσιν προγόνων ἀθεμίστων    

μαιόμενοι· σὺ δὲ τοῖσιν ἔχων κράτος, οὕς κε θέλῃσθα    

λύσεις ἔκ τε πόνων χαλεπῶν καὶ ἀπείρονος οἴστρου«.

τὸ δὲ φρουροῦν Ζεύς ἐστι κατὰ περιοχήν, προσεχέστερον δὲ οἱ νέοι θεοί, καὶ προσεχέστατα οἱ γενεσιουργοὶ οἱ καὶ τὴν φθορὰν ἐπάγειν κύριοι.

Η καὶ Διόνυσος γενεσιουργός ἐστιν ἔφορος κατὰ τὴν παλιγγενεσίαν.

ιβ. —[ 62b4-5 ] Ὅτι <θεοί> εἰσιν οἱ τὸν ὅρον τῆς φρουρᾶς ὁρίζοντες, μέχρις ὅσου φρουρεῖσθαι ἄμεινον ταῖς ἐν σώματι ψυχαῖς, ἀποβλέποντες εἰς τὸ τέλος τῆς Διονυσιακῆς λύσεως. τοῦτο δὲ τὸ μέτρον καὶ τοῦτο τὸ χρέος οὐκ ἂν ἡμεῖς εἰδείημεν· τοιγαροῦν εἰ ἐξάγοιμεν, οὐκ ἄφεσίς ἐστιν, ἀλλὰ ἀπόδρασις ἐξαγωγή· δεόμεθα γὰρ τῆς ἔτι φρουρᾶς.

Αλώστε – όπως λέγει ο τελευταίος των Ελλήνων Δαδούχος και Ιεροφάντης Πρόκλος – όχι μόνον το σώμα μας ανήκει στον Διόνυσο αλλά επίσης :

«ο εντός μας νους είναι διονυσιακός, πραγματικό άγαλμα του Διονύσου. Όποιος λοιπόν πλημμελή απέναντί του και διασπά την αμέριστη φύση του τιτανικώς δια του πολυσχιδούς ψεύδους, αυτός είναι φανερό ότι σφάλλει απέναντι στον ίδιο τον Διόνυσο, περισσότερο από ότι αυτοί που αμαρτάνουν απέναντί στις εξωτερικές απεικονίσεις του θεού, καθόσον ο νους είναι συγγενικός προς το θεό περισσότερο από όλα τα άλλα.»[6

 

 

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 1/3/2015


Λάρνακες

Κεραμική (αγγεία – πιθάρια)

Ιερατικά κοσμήματα (ιερατική τίτλοι)

 


[1] Πηγή : enacademic

[2]      Graeciae descriptio 1.3.1.1 ` to     Graeciae descriptio 1.3.1.3 τὸ δὲ χωρίον ὁ Κεραμεικὸς τὸ μὲν ὄνομα ἔχει ἀπὸ ἥρωος Κεράμου, Διονύσου τε εἶναι καὶ Ἀριάδνης καὶ τούτου λεγομένου·

[3]      De antro nympharum 13.6 ` to     De antro nympharum 13.9 σύμβολα δὴ ἔστω ὑδριάδων νυμφῶν οἱ λίθινοι κρατῆρες καὶ ἀμφιφο ρεῖς. Διονύσου μὲν γὰρ σύμβολα ταῦτα, ἀλλ᾽ ὄντα κεραμεᾶ, τοῦτ᾽ ἔστιν ἐκ γῆς ὠπτημένα· ταῦτα γὰρ φίλα τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ δωρεᾷ τῆς ἀμπέλου, ἐπεὶ ἀπὸ πυρὸς οὐρανίου πεπαίνεται ταύτης ὁ καρπός.

[4] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 182.1 -182.37» :

     in Cra 182.1 ` to     in Cra 182.37     Ὅτι τὸν δεσπότην ἡμῶν <Διόνυσον> οἱ θεολόγοι πολλάκις καὶ ἀπὸ τῶν τελευταίων αὐτοῦ δώρων <οἶνον> καλοῦσιν, οἷον <Ὀρφεύς> (frg 202)· <οἴνου δ᾽ ἀντὶ μιῆς τριπλῆν μετὰ ῥίζαν ἔθεντο>· καὶ πάλιν ( frg 203 )·   <οἴνου πάντα μέλη κόσμῳ λαβὲ καί μοι ἔνεικε>· καὶ αὖθις ( frg 204 )·   <οἴνῳ ἀγαιομένη κούρῳ Διόσ>. εἰ δὲ αὐτὸς ὁ θεὸς οὕτως καλεῖται, δῆλον ὅτι καὶ αἱ πρῶται καὶ αἱ μέσαι αὐτοῦ ἐνέργειαι οὕτως ἂν ὀνομάζοιντο, ὥσπερ ἡ τελευταία, ὥστε εἰς τοῦτο <νῦν> (p 406c) βλέπων ὁ Σωκράτης <Διδοίνυσον> καλεῖ τὸν θεὸν ἐκ τοῦ οἴνου ὁρμώμενος, ὅστις, ὡς εἴρηται, πασῶν ἐστι δηλωτικὸς τῶν τοῦ θεοῦ δυνάμεων· ὥσπερ καὶ ἐν <Φαίδρῳ> τὸν μέγαν Ἔρωτα κοι νῶς λέγει τόν τε θεῖον καὶ τὸν φιλοσώματον. ὁ οὖν οἶνος οὕτως κοινῶς ἐξακουόμενος τὴν ἰδιότητα τοῦ μερικοῦ νοῦ παρίστησιν ἡμῖν. τὸ γὰρ οἰόνουν οὐκ ἄλλο τί ἐστιν ἢ τὸ διῃρημένον ἀπὸ τοῦ ὅλου καὶ μετεχόμενον ἤδη νοερὸν εἶδος καὶ <οἶον> καὶ μόνον γενόμενον· ὁ μὲν γὰρ παντελὴς νοῦς πάντα τ᾽ ἐστὶν καὶ ἐνεργεῖ κατὰ πάντα ὡσαύτως· ὁ δὲ μερικὸς καὶ μετεχόμενος πάντα μέν, ἀλλὰ καθ᾽ ἓν εἶδος τὸ αὐτῷ πάντων προβεβλημένον, οἷον τὸ Ἡλιακὸν ἢ τὸ Σεληνιακὸν ἢ τὸ Ἑρμαϊκόν· τοῦτο δ᾽ οὖ<ν> τὸ ἴδιον καὶ διακριθὲν ἀπὸ τῶν λοιπῶν ὁ οἶνος ἐνδείκνυται, σημαίνων τὸν <οἶον> καὶ <τινὰ> νοῦν. ἐπειδὴ τοίνυν ἡ μεριστὴ δημιουργία πᾶσα τῆς Διονυσιακῆς ἐξήρτηται μονάδος, διαιροῦσα τοὺς μὲν μεθεκτοὺς ἐν τῷ κόσμῳ νόας ἀπὸ τοῦ ὅλου νοῦ, τὰς δὲ πολλὰς ψυχὰς ἀπὸ τῆς μιᾶς, τὰ δ᾽ εἴδη τὰ αἰσθητὰ πάντα ἀπὸ τῶν οἰκείων ὁλοτήτων, διὰ δὴ τοῦτο καὶ αὐτὸν τὸν θεὸν <οἶνον> προ<σ>ειρήκασιν οἱ θεολόγοι αὐτόν τε καὶ πάντα τὰ δημιουργήματα αὐτοῦ· πάντα γὰρ ἔκγονα τοῦ νοῦ, καὶ τὰ μὲν πορρώτερον τὰ δὲ ἐγγύτερον μετέχει τῆς μεριστῆς τοῦ νοῦ διανομῆς. ἀναλόγως οὖν ἐν τοῖς οὖσιν ὁ οἶνος ἐγγινόμενος ἐνεργεῖ, ἐν μὲν τῷ σώματι εἰδωλικῶς κατὰ οἴησιν καὶ φαντασίαν ψευδῆ, ἐν δὲ τοῖς νοεροῖς τὸ κατὰ νοῦν ἐνεργεῖν καὶ δημιουργεῖν, ἐπεὶ καὶ ἐν τῇ διασπαράξει τῶν Τιτάνων μόνη ἡ καρδία ἀδιαίρετος μεῖναι <λέγεται>, τουτέστιν ἡ ἀμερὴς τοῦ νοῦ οὐσία.

[5]      Phaed 62.b.2 ` to     Phaed 62.b.8 ὁ μὲν οὖν ἐν ἀπορρήτοις λεγόμενος περὶ αὐτῶν λόγος, ὡς ἔν τινι φρουρᾷ ἐσμεν οἱ ἄνθρωποι καὶ οὐ δεῖ δὴ ἑαυτὸν ἐκ ταύτης λύειν οὐδ᾽ ἀποδιδράσκειν, μέγας τέ τίς μοι φαίνεται καὶ οὐ ῥᾴδιος διιδεῖν· οὐ μέντοι ἀλλὰ τόδε γέ μοι δοκεῖ, ὦ Κέβης, εὖ λέγεσθαι, τὸ θεοὺς εἶναι ἡμῶν τοὺς ἐπιμελουμένους καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἓν τῶν κτημάτων τοῖς θεοῖς εἶναι.

[6] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1 – 133.7» :

     in Cra 133.1 ` to     in Cra 133.7 Οτι ὁ ἐν ἡμῖν νοῦς Διονυσιακός ἐστιν καὶ ἄγαλμα ὄντως τοῦ Διονύσου. ὅστις οὖν εἰς αὐτὸν πλημμελῇ καὶ τὴν ἀμερῆ αὐτοῦ φύσιν διασπᾷ Τιτανικῶς διὰ τοῦ πολυσχιδοῦς ψεύδους, οὗτος δηλονότι εἰς αὐτὸν τὸν Διόνυσον   ἁμαρτάνει, καὶ μᾶλλον τῶν εἰς τὰ ἐκτὸς τοῦ θεοῦ ἀγάλματα πλημμελούντων, ὅσον ὁ νοῦς μᾶλλον τῶν ἄλλων συγγενής ἐστι τῷ θεῷ.

Advertisements

2 comments on “Κεραμεικός (ταφικός & οικιστικός)

  1. […] Κεραμεικός (ταφικός & οικιστικός) […]

    Μου αρέσει!

  2. […] Κεραμεικός (ταφικός & οικιστικός) […]

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.